Από το βουνό στον κάμπο
Η μετακινούμενη κτηνοτροφία και τα χειμαδιά της Μυρίκης
Ο κύκλος των χειμαδιών
Για περισσότερους από δύο αιώνες, τα χειμαδιά αποτέλεσαν βασικό κομμάτι της ζωής και της κτηνοτροφικής παράδοσης της Μυρίκης. Κάθε χρόνο, οι κτηνοτρόφοι του χωριού ακολουθούσαν τον καθιερωμένο κύκλο της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, οδηγώντας τα κοπάδια τους από τα ορεινά βοσκοτόπια της Μυρίκης προς τους πεδινούς κάμπους της Αιτωλοακαρνανίας και της Φθιώτιδας, όπου οι χειμώνες ήταν ηπιότεροι.
Η αναχώρηση γινόταν συνήθως στα τέλη Οκτωβρίου, κοντά στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Ολόκληρες οικογένειες άφηναν προσωρινά το χωριό και κατέβαιναν στα χειμαδιά, όπου παρέμεναν μέχρι τα μέσα της άνοιξης. Τότε επέστρεφαν στη Μυρίκη και στα θερινά βοσκοτόπια του Νεραϊδοβουνίου και του Βελουχίου, συνεχίζοντας έναν τρόπο ζωής που επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο επί πολλές γενιές.
Τόποι ξεχειμωνιάσματος ήταν ο Σχίνος της Αιτωλοακαρνανίας και ο Αχινός της Φθιώτιδας. Παράλληλα, οι Μυρικιώτες χρησιμοποιούσαν και άλλα χειμαδιά στην Αιτωλοακαρνανία, όπως τα Λιαγκέικα, τα Καρρέικα, το Αιτωλικό και το Πυργί, ανάλογα με τις ανάγκες των κοπαδιών και τη διαθεσιμότητα των βοσκοτόπων.
Με την πάροδο του χρόνου, αρκετές οικογένειες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στους τόπους όπου αρχικά ξεχειμώνιαζαν, δημιουργώντας νέους οικισμούς και ισχυρούς δεσμούς με τον κάμπο. Τα χειμαδιά δεν αποτέλεσαν μόνο μια μορφή μετακινούμενης κτηνοτροφίας, αλλά ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της Μυρίκης, που διαμόρφωσε την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική φυσιογνωμία του χωριού.
Η αναχώρηση
Η αναχώρηση γινόταν πριν ακόμη ξημερώσει. Μπροστά βάδιζαν οι νέοι με τα κοπάδια, ενώ ακολουθούσαν οι υπόλοιπες οικογένειες με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια, φορτωμένα με ρούχα, κουβέρτες, τρόφιμα, μαγειρικά σκεύη και ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο για τη διαμονή πολλών μηνών μακριά από το χωριό. Τα μικρά παιδιά και οι ηλικιωμένοι ταξίδευαν πάνω στα ζώα, ενώ τα βρέφη τα κουβαλούσαν οι μητέρες δεμένα στην πλάτη.
Ο δρόμος προς τον κάμπο
Η πορεία ξεκινούσε από τη Μυρίκη, περνούσε από την Αγία Παρασκευή, την Μπιάρα (σημερινή Καλλιθέα), τον Άγιο Ανδρέα και το Κλαυσί, μέχρι να συναντήσει τον δρόμο προς τον Προυσό. Στο «Κλειδί», εκεί όπου ενώνονται η Χελιδόνα και η Καλιακούδα, και λίγο αργότερα στα Διπόταμα, όπου συναντιούνται ο Καρπενησιώτης και ο Κρικελοπόταμος, οι ταξιδιώτες συνέχιζαν με μικρές μόνο στάσεις για νερό και ξεκούραση. Η πρώτη ημέρα ολοκληρωνόταν στο χάνι του Μπαλτά ή του Μέρμηγκα, κοντά στον Προυσό, όπου άνθρωποι και ζώα περνούσαν τη νύχτα.
Με το πρώτο φως της επόμενης ημέρας άρχιζε το δυσκολότερο τμήμα της διαδρομής. Περνούσαν από τους Πύργους του Γεωργίου Καραϊσκάκη, προσπερνούσαν τη Μονή της Παναγίας Προυσιώτισσας και ανηφόριζαν προς τη Μουχόβρυση, όπου έκαναν μια σύντομη στάση. Η ανάβαση συνεχιζόταν μέχρι τα Αραποκέφαλα, το ψηλότερο σημείο της διαδρομής, στα όρια Ευρυτανίας και Αιτωλοακαρνανίας. Εκεί τα κοπάδια ακολουθούσαν τη συντομότερη αλλά πιο δύσβατη διαδρομή μέσω της Κυρα-Βγένας, των Σιτομένων, της Σκουτεράς και του Κακαβά, ενώ οι οικογένειες με τα φορτωμένα ζώα κατευθύνονταν από την Προστοβά (σημερινή Καλλιθέα). Η δεύτερη διανυκτέρευση γινόταν συνήθως στο χάνι του Τσακανίκα ή στο χάνι του Γούλα.
Την τρίτη ημέρα ο δρόμος γινόταν πιο ομαλός. Καθώς άφηναν πίσω τα βουνά, άνοιγε μπροστά τους ο κάμπος με τις λίμνες της Τριχωνίδας και της Λυσιμαχίας, τον Αράκυνθο και τα χωριά της περιοχής. Περνώντας από τη Ζακόνινα (Παλαιοκαρυά), την Παραβόλα, το Ντέμη (σημερινό Καινούριο) και τη Νέα Αβόρανη, έφθαναν στους νέους τόπους εγκατάστασης. Εκεί θα έμεναν για όλο τον χειμώνα, στήνοντας τα κονάκια τους και αρχίζοντας έναν ακόμη κύκλο ζωής στα χειμαδιά, μέχρι να πάρουν την άνοιξη τον δρόμο της επιστροφής προς τη Μυρίκη.
Τόποι εγκατάστασης
Οι κτηνοτρόφοι της Μυρίκης χρησιμοποιούσαν ως χειμαδιά διάφορες περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας και της Φθιώτιδας. Κάθε τόπος είχε τη δική του ιστορία και συνδέθηκε με τη ζωή πολλών οικογενειών του χωριού, είτε ως εποχικός τόπος διαμονής είτε ως μόνιμος τόπος εγκατάστασης.
Πατήστε πάνω στο όνομα κάθε περιοχής για να διαβάσετε περισσότερες πληροφορίες.