Αναμνήσεις

 Παιδικές αναμνήσεις- Μαρτυρίες

Οι κούνιες στα δέντρα

«Εκεί, στα δέντρα στις βελανιδιές ,πάνω από το εικόνισμα, παίζαμε ατέλειωτες ώρες. Πολλές φορές πηγαίναμε να δέσουμε τα γαϊδούρια για να βοσκήσουν, και από δίπλα στήναμε μια κούνια. Δέναμε την τριχιά, και κουνούσαμε τα πόδια μέχρι να φτάσουμε ψηλά, προσπαθώντας να πιάσουμε τα φύλλα από τη βελανιδιά.  Πόσο χαρούμενα ήμασταν , τίποτα δεν μας ένοιαζε.. όλη μέρα παιχνίδι…»

Στου Γέροντα τη λακούλα

«Του Γέροντα η Λακούλα ήταν η αλάνα που πηγαίναμε και παίζαμε. Πολλά παιχνίδια παίζαμε στου Γέροντα τη Λακούλα και πολλές φορές εκεί, όταν ακούγαμε από μακριά την βουή από το αυτοκίνητο, σταματούσαμε το παιχνίδι, μαζευόμασταν όλα τα παιδιά και ανεβαίναμε πάνω να δούμε ποιος έρχεται στο χωριό. Περιμέναμε να δούμε και ποιος έρχεται, και το λεωφορείο ή το αυτοκίνητο, γιατί σπάνια βλέπαμε λεωφορεία και αυτοκίνητα και τη σκόνη που άφηνε στον χωματόδρομο…»  

 Σβάρνα, αγώνες σακούλας

«Τον χειμώνα όταν χιόνιζε πολύ, ντυνόμασταν χοντρά και με μια σακούλα στο χέρι  ανηφορίζαμε για τα δέντρα.. Όταν φτάναμε, καθόμασταν επάνω, σαν να κάθεσαι σε έλκηθρο, πού να βρούμε εμείς έλκηθρο τότε.. μόνο κάτι σακούλες είχαμε και κάναμε αγώνες ποιος θα φτάσει κάτω πρώτος.. Έπιανε εκεί ένα χιόνι δεν έβλεπες τίποτα…Κατεβαίναμε σφαίρα επάνω στο χιόνι.. Σταματάγαμε μόνο άμα πέφταμε σε κανέναν κέδρο!» 

Παίζαμε κρυφά από τους δασκάλους

«Όλη τη μέρα παίζαμε! Παίζαμε κρυφά από τους δασκάλους Μια φορά όταν έπαιζα με τις ξαδέρφες στο χωριό, μας είδε η δασκάλα έξω και αυτή τότε μας φώναξε… Εμείς εξαφανιστήκαμε, είπαμε δεν μας κατάλαβε.. Την άλλη μέρα μας χτύπησε με την κρανίσια τη λουρούλα (βέργα) για να μην το ξανακάνουμε.. Δεν μας άφηναν τότε οι δάσκαλοι να βγαίνουμε να παίξουμε για να κάτσουμε μέσα να μάθουμε γράμματα… Σταματάνε όμως τα παιδιά να παίζουν;»

Με μπάτσες κυνηγούσαμε κωλοφωτιές

«Παίζαμε στου Κολοβού το μαγαζί απ’ έξω.  Ήταν σκοτάδι αφού δεν είχε φώτα ακόμα στους δρόμους. Τότε, εκεί που τρέχαμε κρατώντας τις μπάτσες (κλαδιά) από τα έλατα, εμφανίστηκε ο ίδιος ο Κολοβός με ένα τσιγάρο στο στόμα. Εμείς δεν τον καταλάβαμε από τη μανία μας να πιάσουμε όσες περισσότερες κωλοφωτιές (πυγολαμπίδες) μπορούσαμε. Τότε πήγαμε δυο, τρεις και του δώσαμε μια στο κεφάλι δυνατά αφού μπερδέψαμε το τσιγάρο με κωλοφωτιά.. Δεν θυμάμαι μέχρι πού τρέξαμε για να μην καταλάβει ποιοι τον χτύπησαν…»

Ο Καραγκιόζης στο σχολείο

«Θυμάμαι πολύ έντονα, όποτε πάω στο σχολείο, τον Καραγκιόζη που ερχόταν.. Ακούγονταν από μακριά: «Κινηματογράφοοοοος!» Περιμέναμε τον κινηματογράφο πώς και πώς!»   

Ζοπ, Ζοπ, Τιριζόπ

«Εγώ να σου πω θυμάμαι ότι εμείς τα κορίτσια παίζαμε πολλά παιχνίδια αλλά αυτό που θυμάμαι να μου αρέσει περισσότερο ήταν το Ζοπ Ζοπ Τιριζόπ!.  Ήμασταν όλες μαζί σε κύκλο και ένα κορίτσι έτρεχε  γρήγορα έξω από τον κύκλο και έλεγε δυνατά και γρήγορα:  Ζοπ Ζοπ Τιριζόπ  και στο τιριζόπ χτυπούσε  ένα παιδί στην πλάτη και τότε έβγαινε αυτό το παιδί γρήγορα και έκανε το ίδιο… Θυμάμαι ότι το προτιμούσαμε πολύ αυτό το παιχνίδι εμείς τα κορίτσια. Το παίζαμε όλες μαζί, οι συμμαθήτριες στο διάλειμμα..»

Το πανηγύρι στον Αη Λια και η προίκα των κοριτσιών

«Όλο τον χρόνο περιμέναμε να έρθει το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία για να αγοράσουμε παιχνίδια. Τα αγόρια αγόραζαν σφυρίχτρες και αυτοκινητάκια και τα κορίτσια αγόραζαν δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, βραχιόλια και κούκλες. Όσο εμείς περιμέναμε να αγοράσουμε τα παιχνίδια , άλλο τόσο οι μανάδες μας περίμεναν να φτάσει ο καιρός για το παζάρι για να αγοράσουν κουβέρτες, φλοκάτες, προίκα δηλαδή για τα κορίτσια…»   

Πινακωτή, πινακωτή  

«Εγώ πάντως θυμάμαι στο σχολείο να μπαίνουμε στην αράδα και να λέμε, ο ένας στον άλλον, στο αυτί..

Πινακωτή, πινακωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί

Τι θες και με ζαλίζεις;

Μου’ πε η μάνα μου να δώσεις το καλύτερο αρνί..

Πολλές φορές βέβαια θυμάμαι και τη μάνα μου να μας το λέει όταν ήμασταν μικρές εγώ και η αδερφή μου.. 

Στήναμε αγκίστρι για τις κυριαρίνες

« Όταν χιόνιζε στο χωριό, στήναμε αγκίστρια για να πιάσουμε τα πουλιά που τα λέγαμε κυριαρίνες. Αφού σκάβαμε στο χιόνι μέχρι το χώμα, βρίσκαμε σκουλήκια για να τα βάλουμε στα αγκίστρια.. Μόλις τις πιάναμε χαιρόμασταν πολύ!Συχνά κάναμε διαγωνισμό για το ποιος θα πιάσει τις περισσότερες…»

Παιχνίδι και κεράσια μόνο

«Περίμενα πώς και πώς να τελειώσει το σχολείο, να τελειώσει και η γιορτή, για να ξυπνάω κάθε μέρα το πρωί και να παίζω. Να τρώω κεράσια από τις κερασιές του χωριού που ήταν γεμάτες στα χωράφια του Μάστορα, στο Μύρτου το λιβάδι, στην Αγία Παρασκευή… τα κεράσια μού έλειπαν!»  

 Πάρτε λούλουδα δροσάτα

 « Όταν γινόταν η τελευταία γιορτή του σχολικού έτους, έξι  με εφτά κορίτσια, ανεβαίναμε πάνω στη σκηνή και χαιρετούσαμε τους γονείς μας. Κάθε μία από εμάς αφιέρωνε τα λουλούδια που κρατούσε σε κάποιον αγαπημένο της που ήρθε να παρακολουθήσει τη γιορτή  η μία στη μαμά της, η άλλη στην αδελφή της, η άλλη στον πατέρα της…Και στο τέλος, όλες μαζί πετούσαμε λουλούδια, λέγοντας:

Πάρτε λούλουδα δροσάτα, όπου μαζέψαμε από όλα. Είναι για μας οι χρυσοί μας οι γονείς. Μετά ξεκινούσε η παράσταση με ποιήματα και θεατρικά και ολοκληρωνόταν  έτσι η γιορτή!»  

Το πρώτο μας παιχνίδι τη νύχτα 

«Όταν ήρθε πρώτη φορά το φως στο χωριό και άναψαν οι λάμπες στο σχολείο, θυμάμαι να πλαλάω όλη νύχτα πάνω κάτω, πέρα δώθε με όλα τα παιδιά στη γειτονιά, δημοτικό πήγαινα.. Και δεν πλάλαγα μόνο εγώ, πλάλαγαν μικρό μεγάλοι, άκουγες πλέον φωνές έξω το βράδυ , κάτι που δεν γινόταν πριν…» 

.