Παραδοσιακά επαγγέλματα

Στα παλιά χρόνια, τα χωριά και οι μικρές πόλεις άνθιζαν χάρη στα χέρια και την τέχνη των ανθρώπων τους. Κάθε επάγγελμα είχε ουσιαστική σημασία για την καθημερινή ζωή και στήριζε την αυτάρκεια και την επιβίωση της κοινότητας. Οι τεχνίτες, οι χειρώνακτες και οι περιφερόμενοι επαγγελματίες προσέφεραν υπηρεσίες και προϊόντα που σήμερα μπορεί να θεωρούνται αυτονόητα αλλά τότε ήταν πολύτιμα. Από τον καρεκλά και τον κουρέα, μέχρι τον βαρελά  και τον γανωτή, κάθε δουλειά είχε τη δική της παράδοση, τεχνική και ρυθμό ζωής. Αυτά τα παραδοσιακά επαγγέλματα που άνθισαν από τον 19ο αιώνα έως τα μέσα του 20ού, αποτελούν ζωντανό κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς, αποτυπώνοντας την ιστορία, την καθημερινότητα και την κοινωνική συνοχή των παλιών κοινοτήτων.

Καρεκλάς  


Με ξύλα από πλάτανο, οξιά ή άλλα γερά δέντρα του τόπου και με τη βοήθεια σχοινιών ή καλαμιών για το ψάθισμα, ο καρεκλάς κατασκεύαζε τις καρέκλες που χρησιμοποιούσαν τα σπίτια του χωριού. Το επάγγελμα απαιτούσε γνώση του ξύλου, υπομονή και δεξιοτεχνία, καθώς κάθε κομμάτι δουλευόταν στο χέρι, χωρίς μηχανικά μέσα. Ο καρεκλάς ήξερε πότε το ξύλο ήταν έτοιμο να δουλευτεί, πώς να το λυγίσει χωρίς να σπάσει και πώς να δέσει σωστά τα μέρη ώστε η καρέκλα να αντέχει στον χρόνο.

Οι καρέκλες που έφτιαχνε χωρίζονταν σε τρία βασικά είδη. Υπήρχαν οι κοινές καρέκλες, με κάθισμα και πλάτη που χρησιμοποιούνταν στο καθημερινό τραπέζι και στις δουλειές του σπιτιού. Υπήρχαν ακόμη τα χαμηλά καρεκλάκια, δίχως πλάτη, απλά και πρακτικά, κατάλληλα για το τζάκι ή τις εξωτερικές εργασίες. Ξεχωριστή θέση είχαν οι ραχατιλίδικες καρέκλες, πιο αναπαυτικές, όπου το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδεόταν με το πίσω με πλάγιο ξύλινο μπράτσο, επιτρέποντας σε αυτόν που καθόταν να ακουμπά και να ξεκουράζεται.

Οι καρέκλες του καρεκλά δεν ήταν απλώς έπιπλα· ήταν αντικείμενα καθημερινής ζωής, δεμένα με το σπίτι και την οικογένεια. Πολλές περνούσαν από γενιά σε γενιά, επισκευάζονταν όταν χαλούσαν και σπάνια πετιούνταν. Με απλά υλικά, ο βαρελάς άφηνε πίσω του αντικείμενα χρήσιμα και ανθεκτικά που κράτησαν ζωντανή την παράδοση της χειροποίητης δουλειάς.  

Ο καρεκλάς, υπήρξε ενεργός κυρίως μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Στα χωριά της Ελλάδας, η παραδοσιακή του τέχνη άνθισε έως τις δεκαετίες του 1950–1960, όταν η μαζική παραγωγή επίπλων από εργοστάσια και η χρήση νέων υλικών μείωσαν σταδιακά τη ζήτηση για χειροποίητες καρέκλες. Μετά το 1970, ο καρεκλάς σχεδόν είχε εξαφανιστεί, με τη δουλειά του να διατηρείται μόνο ως μνήμη και σε ορισμένες περιπτώσεις, ως περιορισμένη παραδοσιακή κατασκευή για λόγους συντήρησης ή αναπαλαίωσης.

Οργανοπαίχτης

.

Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες ήταν περιφερόμενοι μουσικοί, κυρίως Ρομά αλλά και Ευρυτάνες μουσικοί. Συνήθως συγκροτούσαν μικρές ομάδες τριών ή τεσσάρων ατόμων και περιφέρονταν από χωριό σε χωριό, παίζοντας σε γάμους, πανηγύρια και άλλες σημαντικές στιγμές του συλλογικού βίου.

Η κομπανία τους, γνωστή ως «ζυγιά», αποτελούνταν αρχικά από δύο ζουρνάδες και ένα νταούλι, όργανα με δυνατό και διαπεραστικό ήχο, κατάλληλα για τις υπαίθριες γιορτές. Πολύ αργότερα, με την αλλαγή των μουσικών ακουσμάτων, προστέθηκαν και άλλα όργανα, όπως το κλαρίνο, το βιολί και το σαντούρι.

Το ρεπερτόριό τους περιλάμβανε τοπικά και ρουμελιώτικα τραγούδια, χορευτικά αλλά και αργά

Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες, περιφερόμενοι μουσικοί κυρίως Ρομά αλλά και ντόπιοι Ευρυτάνες, συνέχισαν να παίζουν στα χωριά μέχρι περίπου τα μέσα του 20ού αιώνα (1950–1960). Σταδιακά, η παρουσία τους περιορίστηκε με την εξάπλωση των ηχογραφημένων μουσικών μέσων, την αστικοποίηση και τις αλλαγές στα κοινωνικά έθιμα, με αποτέλεσμα η παραδοσιακή περιφερόμενη ορχήστρα να γίνει σπάνιο φαινόμενο στα χωριά της περιοχής

Καφετζής

Ο καφετζής ασκούσε ένα από τα παλαιότερα και πιο χαρακτηριστικά επαγγέλματα της χωριάτικης ζωής. Το καφενείο αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης και κοινωνικής συνεύρεσης και για πολλά χρόνια, το μοναδικό μέσο διασκέδασης των κατοίκων. Στα χωριά λειτουργούσε ταυτόχρονα ως μπακάλικο και μικρό μαγειρείο, καλύπτοντας βασικές ανάγκες της καθημερινότητας.

Εκεί συγκεντρώνονταν κυρίως οι άνδρες, περνώντας την ώρα τους πίνοντας καφέ ή κρασί, παίζοντας χαρτιά και σχολιάζοντας τα γεγονότα του χωριού και της εποχής. Οι γυναίκες περνούσαν το κατώφλι του καφενείου μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως σε χειμερινά πανηγύρια ή σε γαμήλια γλέντια που φιλοξενούνταν στον ίδιο χώρο.

Ο χώρος δεν είχε τίποτα το εξεζητημένο· λίγα ξύλινα ράφια, ένας πάγκος με τη γκαζιέρα, τα μπρίκια και τα φλιτζάνια αρκούσαν. Τα ψάθινα καθίσματα, τα ξύλινα τετράγωνα τραπέζια και η παρουσία του καλοσυνάτου καφετζή συνέθεταν την εικόνα του παραδοσιακού καφενείου. Για τη θέρμανση χρησιμοποιούνταν ξυλόσομπες, ενώ ο φωτισμός, πριν από την ηλεκτροδότηση, γινόταν με λάμπες πετρελαίου.  

Στο χωριό μας λειτούργησαν καφενεία των Σπ. Καστάνη, Ι. Σάκκα, Ευ. Χεινωπόρου, Γ. Σταθοπούλου και Γ. Λέρη (Σοφέρη), τα οποία έμειναν στη μνήμη των κατοίκων ως σημεία συνάντησης και καθημερινής ζωής.  

Το επάγγελμα του καφετζή υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Σταδιακά, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, η εμφάνιση των νέων μορφών ψυχαγωγίας, η εισαγωγή κινηματογράφου, τηλεόρασης και οργανωμένων καφέ-μπαρ μετέτρεψε το παραδοσιακό χωριάτικο καφενείο σε λιγότερο κεντρικό χώρο της κοινωνικής ζωής, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να κλείσουν ή να αλλάξουν χρήση.

Δερματάς (Τομαράς)

Ο δερματάς, γνωστός και ως τομαράς, ήταν ένα από τα παλαιότερα και απαραίτητα επαγγέλματα της αγροτικής κοινωνίας. Ασχολούνταν με την αγορά δερμάτων –τα λεγόμενα τομάρια– από σφαγμένα ζώα. Άλλοτε τα παραλάμβανε στο μαγαζί του και άλλοτε γύριζε ο ίδιος τα χωριά, συγκεντρώνοντάς τα και μεταφέροντάς τα με δικά του μέσα.

Ακολουθούσε η επεξεργασία τους, μια επίπονη και απαιτητική εργασία. Τα δέρματα καθαρίζονταν προσεκτικά, αλατίζονταν με χοντρό αλάτι και στη συνέχεια τεντώνονταν, με τη βοήθεια ξύλων που τοποθετούνταν ενδιάμεσα, ώστε να ξεραθούν σωστά και να μην αλλοιωθούν. Όταν συγκεντρωνόταν ικανοποιητική ποσότητα, ο δερματάς τα παρέδιδε στον έμπορο, ο οποίος τα προωθούσε στο εργοστάσιο επεξεργασίας δερμάτων, το βυρσοδεψείο.

Τα ακατέργαστα δέρματα αξιοποιούνταν με πολλούς τρόπους. Κάποια χρησιμοποιούνταν για μικρά χαλιά άλλα μετατρέπονταν σε τσαρούχια –και όταν προέρχονταν από δέρμα γουρουνιού ονομάζονταν γουρουνοτσάρουχα– ή σε παπούτσια, ενώ άλλα κατέληγαν στην κατασκευή τυμπάνων και άλλων χρηστικών αντικειμένων.  Το επάγγελμα του δερματά συνέχισε να υπάρχει μέχρι περίπου τα μέσα του 20ού αιώνα (1950–1960), οπότε και σταδιακά εξαφανίστηκε με την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής δερμάτων και παπουτσιών.

Τοκιστής

Ο δανειστής χρημάτων, δραστηριοποιούνταν σε περιόδους όπου δεν υπήρχαν οργανωμένες τραπεζικές υπηρεσίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η κάλυψη οικονομικών αναγκών γινόταν μέσω ιδιωτικών συμφωνιών μεταξύ ιδιωτών, με βάση την αμοιβαία αποδοχή των όρων.

Τα δάνεια συνοδεύονταν από τόκο, ο οποίος επιβάρυνε το ποσό της επιστροφής. Για την εξασφάλιση της συμφωνίας, συχνά δίνονταν ως ενέχυρο περιουσιακά στοιχεία, όπως ακίνητα, χωράφια, επαγγελματικοί χώροι ή ζώα. Σε περιπτώσεις αδυναμίας αποπληρωμής, η εξόφληση μπορούσε να γίνει με μεταβίβαση γης ή άλλων περιουσιακών στοιχείων.

Η πρακτική αυτή αποτέλεσε μέρος της οικονομικής ζωής των τοπικών κοινωνιών και αντανακλά τις συνθήκες μιας εποχής όπου η πρόσβαση σε κεφάλαια βασιζόταν κυρίως στις προσωπικές σχέσεις και τις ιδιωτικές συμφωνίες.  Ιστορικά, η δραστηριότητα των τοκιστών και  των δανειστών χρημάτων άρχισε να φθίνει μετά τη δεκαετία του 1940, με την ανάπτυξη οργανωμένων τραπεζικών υπηρεσιών και έως τη δεκαετία του 1960 είχε σχεδόν εξαφανιστεί από τα χωριά

Ξυλοκόπος

Στα παλαιότερα χρόνια, τα ξύλα αποτελούσαν βασικό μέσο θέρμανσης, και κάθε οικογένεια φρόντιζε από νωρίς να τα παραγγείλει στους ξυλάδες, ώστε να είναι προετοιμασμένη για τον χειμώνα. Ο ξυλοκόπος ήταν επαγγελματίας που είχε ως κύρια εργασία την κοπή των δέντρων και τη μεταφορά της ξυλείας στον τόπο κατανάλωσης, καλύπτοντας σημαντικές ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Ήταν συνηθισμένο να βλέπει κανείς φορτωμένα γαϊδούρια ή μουλάρια να κατεβαίνουν από το δάσος, κουβαλώντας ξύλα προς το χωριό. Οι ξυλοκόποι έκοβαν τα δέντρα στο βουνό με την κόφτρα. Τα χοντρά ξύλα σκίζονταν με τη σφήνα και τη βαριά, ενώ τα λεπτά, γκρίζια ξύλα τοποθετούνταν πάνω στην ξυλογαϊδάρα και κόβονταν με το πριόνι.

Με την πάροδο του χρόνου, τις ίδιες εργασίες άρχισαν να εκτελούν τα αλυσοπρίονα και οι κορδέλες, ενώ τη μεταφορά ανέλαβαν σταδιακά τα φορτηγά. Παρά τις αλλαγές, η σημασία του επαγγέλματος παρέμεινε αναλλοίωτη. Εκτός από καυσόξυλα, οι ξυλοκόποι παρείχαν ξύλα για την κατασκευή αντικειμένων καθημερινής χρήσης και για υλικά δόμησης, όπως στέγες, παράθυρα και άλλα στοιχεία των σπιτιών.

Οι ξυλοκόποι ήταν γνωστοί και ως ταχτατζήδες, από την τουρκική λέξη «τάχτα», που σημαίνει ξύλο. Στον ίδιο χώρο εντάσσονταν και οι ξυλοσχίστες ή υλοτόμοι, οι οποίοι εργάζονταν στα δάση, υλοτομώντας ξυλεία απαραίτητη για οικοδομές, αλλά και για τις κατασκευές επιπλοποιών και μαραγκών.

Σήμερα, το επάγγελμα του ξυλοκόπου συνεχίζει να υπάρχει με σύγχρονα μέσα και μεθόδους, τηρώντας αυστηρά αρχές βιώσιμης διαχείρισης της ξυλείας και σεβόμενοι το περιβάλλον, ενώ η εργασία συνοδεύεται από απαραίτητους ελέγχους και διαδικασίες που διασφαλίζουν την ορθή χρήση των φυσικών πόρων. Παράλληλα, ο ξυλοκόπος διατηρεί τον βασικό του ρόλο στην κάλυψη αναγκών που παραμένουν διαχρονικές, συνδέοντας την παράδοση με τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής.

Σιδεράς (Γύφτος)

Οι σιδεράδες ήταν τεχνίτες που κατασκεύαζαν στο αμόνι σιδερένια εργαλεία όπως τσάπες, τσεκούρια, δρεπάνια και σφυριά αλλά και διάφορα σιδερένια εξαρτήματα όπως καρφιά, μεντεσέδες, φτυάρια. Στην περιοχή του Καρπενησίου, αυτοί οι τεχνίτες ονομάζονταν συχνά «γύφτοι», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχαν σχέση με την καταγωγή των Ρομά. Η λέξη χρησιμοποιούνταν ιστορικά για να περιγράψει κυρίως περιφερόμενους τεχνίτες, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους.

Ο σιδεράς δούλευε με την εστία, τα κάρβουνα, το φυσηρό το αμόνι, τα σφυριά και την τσιμπίδα. Έπαιρνε παραγγελίες και κατασκεύαζε γεωργικά εργαλεία, μαχαίρια, ψαλίδια, κοσιές, πέταλα, καρφιά και άλλα αντικείμενα. Το σίδερο κοκκίνιζε στη φωτιά, σχεδόν έλιωνε και με κατάλληλους χειρισμούς και χτυπήματα στο αμόνι μορφοποιούνταν σε ό,τι χρειαζόταν.

Στο Καρπενήσι, οι σιδεράδες και οι πεταλωτές είχαν τη δική τους συνοικία, τα «Γύφτικα» και χρησιμοποιούσαν μια συνθηματική γλώσσα, τα «Ντότικα», για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Την τέχνη τη μάθαιναν οι νέοι μέσα από την οικογενειακή παράδοση. Πολλοί σιδεράδες περιόδευαν στα χωριά ανάλογα με την εποχή και τις ανάγκες των κατοίκων. Το επάγγελμα άνθισε από τα μέσα του 19ου αιώνα έως περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν οι παραδοσιακοί σιδεράδες–γύφτοι ήταν ακόμη ενεργοί στην περιοχή.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί σιδεράδες άρχισαν να εξαφανίζονται από το Καρπενήσι ή να ενσωματώνονται στην τοπική κοινωνία ασκώντας άλλα επαγγέλματα. Σήμερα, οι νέοι σιδεράδες εργάζονται με πιο τυποποιημένες κατασκευές. Η δουλειά τους είναι λιγότερο απαιτητική και δεν υπάρχει άμεση συνέχεια με τους παλιούς σιδεράδες–γύφτους, οι οποίοι αποτελούσαν μια ξεχωριστή μορφή παραδοσιακής τεχνικής και κοινωνικής ζωής.

Γυρολόγος – Πραματευτής

Ο γυρολόγος ή πραματευτής ήταν ένας από τους παλιούς περιφερόμενους εμπόρους, που ταξίδευε φορτωμένος με την πραμάτεια του για να την πουλήσει στα χωριά και να ζήσει την οικογένειά του. Με τα ζώα του ή με τα χέρια μετέφερε τα προϊόντα, φέρνοντας μαζί του ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς: υφάσματα με τον πήχη, πουκάμισα, κάλτσες, κλωστές, κουμπιά, λάστιχα, κουβαρίστρες, δακτυλήθρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές, λυχνάρια, λάμπες πετρελαίου, παλάτζες (εργαλεία για ζύγισμα), φανάρια, κόσκινα και πολλά ακόμη είδη καθημερινής χρήσης.

Οι γυρολόγοι είχαν καθορισμένες ημέρες που περνούσαν από κάθε χωριό και οι κάτοικοι τους περίμεναν, προσδοκώντας να βρουν κάτι καινούριο ή χρήσιμο για το σπίτι. Η πληρωμή γινόταν συνήθως σε είδος, όπως τρόφιμα, αυγά ή άλλες πρώτες ύλες, ενώ η πραμάτεια τους ήταν βασική για την κάλυψη των αναγκών των νοικοκυριών της εποχής.  Το επάγγελμα άνθισε έως περίπου τα μέσα του 20ού αιώνα και άρχισε να φθίνει μετά τη δεκαετία του 1950, σχεδόν εξαφανιζόμενο στα χωριά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Βαρελάς

Ο βαρελάς ήταν ένα από τα παλιά επαγγέλματα που στήριξαν τη ζωή της υπαίθρου. Ήταν ο τεχνίτης που έδινε μορφή στο ξύλο και το μετέτρεπε σε σκεύος πολύτιμο, απαραίτητο για τη διατήρηση των αγαθών και την οικονομία του σπιτιού. Χωρίς τον βαρελά, το κρασί, το λάδι και τα άλλα προϊόντα της γης δε θα μπορούσαν να φυλαχτούν με ασφάλεια ούτε να ωριμάσουν σωστά.

Η δουλειά του απαιτούσε γνώση, υπομονή και ακρίβεια. Δούλευε κυρίως με ξύλα ανθεκτικά, όπως βελανιδιά, καστανιά και καρυδιά, τα οποία επέλεγε προσεκτικά και άφηνε να «σταθούν» στον χρόνο. Από αυτά έκοβε τις στενές σανίδες, τις δούγες, τις οποίες έβρεχε για να λυγίσουν και να πάρουν τη σωστή καμπύλη. Γύρω τους περνούσε τα σιδερένια στεφάνια και με χτυπήματα μετρημένα, έδενε το βαρέλι ώστε να γίνει στέρεο και στεγανό.

Το εργαστήρι του βαρελά ήταν γεμάτο μυρωδιές ξύλου και ήχους μετάλλου. Εκεί κατασκεύαζε βαρέλια κάθε μεγέθους αλλά και άλλα σκεύη, ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Τα βαρέλια κατέληγαν στα υπόγεια των σπιτιών, στις αποθήκες των μαγαζιών και στα πατητήρια.

Η τέχνη του βαρελά περνούσε συνήθως από πατέρα σε γιο και χρειαζόταν χρόνια για να τελειοποιηθεί. Με την έλευση των βιομηχανικών δοχείων και των σύγχρονων μέσων αποθήκευσης, το επάγγελμα άρχισε να χάνεται μετά τις δεκαετίες του 1950–1960. Σήμερα ο βαρελάς επιβιώνει κυρίως ως μνήμη και παράδοση.

  Υφάντρα


Η υφαντική υπήρξε για αιώνες μια καθαρά οικιακή απασχόληση και μία από τις σημαντικότερες γυναικείες δραστηριότητες στη Μυρίκη. Η γνώση της θεωρούνταν απαραίτητο εφόδιο για κάθε γυναίκα, καθώς από τα χέρια της περνούσε η ένδυση και ο εξοπλισμός ολόκληρης της οικογένειας. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα (από τον 19ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 1900) σχεδόν όλα τα υφαντά του σπιτιού κατασκευάζονταν στον αργαλειό. Ρούχα, κουβέρτες, φλοκάτες, μαντανίες, κουρελούδες, ριχτάρια, μαξιλάρια, αλλά και χρηστικά είδη όπως τσουβάλια και τορβάδες.

Πρώτη ύλη ήταν το μαλλί των ζώων, το οποίο περνούσε από μακρά και απαιτητική επεξεργασία πριν μετατραπεί σε νήμα. Η διαδικασία ξεκινούσε με την κουρά και συνέχιζε με το πλύσιμο, το κοπάνισμα, το στέγνωμα, το ξάσιμο, το λανάρισμα και το γνέσιμο. Ακολουθούσε το βάψιμο, συνήθως με φυσικές βαφές από φυτά του τόπου, πριν το νήμα πάρει τη θέση του στον αργαλειό. Κάθε στάδιο απαιτούσε χρόνο, εμπειρία και επιμονή.

Στα περισσότερα σπίτια ο αργαλειός ήταν στημένος και έτοιμος και χρησιμοποιούνταν ιδιαίτερα την άνοιξη και το καλοκαίρι, όταν οι αγροτικές υποχρεώσεις μειώνονταν. Οι γυναίκες δούλευαν ασταμάτητα, σε μια κοπιαστική και πολύπλοκη εργασία, με μικρή οικονομική ανταμοιβή αλλά με μεγάλη σημασία για την αυτάρκεια του νοικοκυριού. Η υφαντική δεν ήταν μόνο ανάγκη, ήταν γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά και αποτελούσε βασικό στοιχείο της γυναικείας ταυτότητας.

Η ανάπτυξη της υφαντικής στη Μυρίκη συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη και τη διαμόρφωση της παραδοσιακής μυρικιώτικης φορεσιάς. Τα υφαντά που απαιτούσε η φορεσιά κατασκευάζονταν από τις ίδιες τις γυναίκες του χωριού, με μεράκι και τεχνική αρτιότητα. Έτσι, η τοπική ενδυμασία δεν ήταν απλώς ένδυμα αλλά έκφραση της υφαντικής δεξιοτεχνίας και της αισθητικής της μυρικιώτισσας υφάντρας.

Μέχρι σήμερα, υφαντά από εκείνη τη λαμπρή εποχή της υφαντικής έχουν διασωθεί και μαρτυρούν το υψηλό επίπεδο της τοπικής υφαντικής τέχνης. Κουρελούδες, ριχτάρια, μαντανίες, πάντα, σκεπάσματα (ένδυμα των κτηνοτρόφων), τσουβάλια και άλλα χειροποίητα αντικείμενα στέκουν ως ζωντανά τεκμήρια ενός παρελθόντος όπου ο αργαλειός αποτελούσε την καρδιά του σπιτιού και η υφαντική βασικό πυλώνα της καθημερινής ζωής και της πολιτιστικής κληρονομιάς της Μυρίκης. Η χρήση των αργαλειών άρχισε να μειώνεται μετά τις δεκαετίες του 1930–1940 και η καθημερινή τους λειτουργία στα σπίτια σταμάτησε εντελώς μετά τις δεκαετίες του 1950–1960.

Γανωτής ( καλαντζής)

Ο γανωτής ήταν ένας από τους απαραίτητους τεχνίτες της παλιάς αγροτικής κοινωνίας, συνδεδεμένος άμεσα με την υγιεινή και τη συντήρηση των οικιακών σκευών. Τα χάλκινα ταψιά, καζάνια, τσουκάλια, κουτάλια και άλλα μαγειρικά σκεύη, με τη χρήση και τον χρόνο, οξειδώνονταν και καθίσταντο επικίνδυνα. Για τον λόγο αυτό έπρεπε να γανωθούν, δηλαδή να καλυφθεί η εσωτερική τους επιφάνεια με καλάι (κασσίτερο), ώστε να προστατευθούν από τα δηλητηριώδη οξείδια του χαλκού.

Τη δουλειά αυτή αναλάμβαναν οι γανωτές, συνήθως γυρολόγοι τεχνίτες, που περιόδευαν στα χωριά κουβαλώντας μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία. Έστηναν πρόχειρα το εργαστήρι τους στην αυλή ή στον δρόμο και εργάζονταν επιτόπου, μπροστά στα μάτια των νοικοκυρών. Η αμοιβή τους παλιότερα γινόταν κυρίως σε είδος, με αυγά, καλαμπόκι, στάρι ή άλλα προϊόντα του σπιτιού.

Η διαδικασία του γανώματος απαιτούσε γνώση και εμπειρία. Αρχικά καθάριζαν σχολαστικά το σκεύος και άλειφαν το εσωτερικό του με σπίρτο, τρίβοντάς το με κουρασάνι, δηλαδή τριμμένο κεραμίδι. Στη συνέχεια κρατούσαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα νησιαντίρι (χλωριούχο αμμώνιο) για να στρώσει σωστά το καλάι στο χάλκωμα. Το λιωμένο καλάι απλωνόταν σε όλη την επιφάνεια με χοντρό βαμβακερό ύφασμα, ενώ στο τέλος το σκεύος σκουπιζόταν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

Ο γανωτής δεν ήταν απλώς ένας τεχνίτης· ήταν αναγκαίος κρίκος της καθημερινής ζωής, διασφαλίζοντας την ασφάλεια της τροφής και παρατείνοντας τη ζωή των σκευών. Στην Ελλάδα, οι γανωτές ήταν ενεργοί κυρίωςμέχρι τις δεκαετίες του 1950–1960,ενώ μετά τη δεκαετία του 1970–1980 το επάγγελμα σχεδόν εξαφανίστηκε λόγω της εισαγωγής εργοστασιακών σκευών αλουμινίου και ανοξείδωτου. Σήμερα, το επάγγελμα δεν υπάρχει αλλά παραμένει ζωντανό στη μνήμη ως χαρακτηριστικό δείγμα της λαϊκής τεχνικής και της παραδοσιακής τέχνης των παλιών χρόνων.

Λούστρος

Πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (1940–1950), οι λούστροι ήταν πολύ διαδεδομένοι, τόσο στις πόλεις όσο και στα μεγάλα χωριά. Τη δεκαετία του 1960 άρχισαν να λιγοστεύουν αισθητά, ώσπου μετά το 1970 σχεδόν εξαφανίστηκαν από τους δρόμους.

Ο λούστρος συνήθως καθόταν σε μια γωνιά της πλατείας ή του δρόμου, μπροστά από το κασελάκι του – ένα ξύλινο κουτί που χρησίμευε ταυτόχρονα για κάθισμα, αποθήκη και βάση εργασίας. Πάνω του υπήρχαν μεταλλικά στηρίγματα για τα πόδια του πελάτη, ενώ μέσα φυλούσε βούρτσες, πανιά και βερνίκια σε διάφορα χρώματα.

Καθισμένος σε χαμηλό σκαμνάκι, για να τραβήξει την προσοχή χτυπούσε ρυθμικά το κασελάκι ή έκανε μικρά κόλπα, καλώντας τους περαστικούς. Ο πελάτης στεκόταν όρθιος, ακουμπούσε πρώτα το ένα παπούτσι και ύστερα το άλλο κι εκείνος με γρήγορες και έμπειρες κινήσεις καθάριζε, γυάλιζε και έκανε το σκονισμένο δέρμα να δείχνει ξανά σαν καινούριο.

Αχθοφόρος (Χαμάλης)

Ο  αχθοφόρος ή χαμάλης ήταν γνώριμος σε κάθε δρόμο και πλατεία των χωριών και των μικρών πόλεων. Με τα φορτία στην πλάτη –βαλίτσες από το σταθμό, τσουβάλια από την αγορά– ταξίδευε μαζί με τον ιδιοκτήτη στον προορισμό τους. Το χαρτζιλίκι που έπαιρνε ήταν η αμοιβή του για τη σωματική του κόπωση, και μόλις τελείωνε το δρομολόγιο, γύριζε στο πόστο του για να εξυπηρετήσει τον επόμενο πελάτη.

Μετά την εξάπλωση των αυτοκινήτων και των εμπορικών μέσων μεταφοράς, πολλοί αχθοφόροι άρχισαν να χρησιμοποιούν τρίκυκλα ή μικρά φορτηγά, ώστε να μεταφέρουν περισσότερα και βαριά φορτία πιο εύκολα και γρήγορα. Ωστόσο, η εικόνα του ανθρώπου που κουβαλούσε με την πλάτη του βαλίτσες και τσουβάλια άρχισε να σπανίζει ήδη μετά τα μέσα του 20ού αιώνα και στα μεγάλα χωριά και τις μικρές πόλεις, οι αχθοφόροι ήταν κυρίως στις δεκαετίες του 1940 και 1950. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, η δουλειά τους σχεδόν εξαφανίστηκε, αντικαταστάθηκε πλήρως από μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς, αφήνοντας πίσω την εικόνα τους μόνο στη μνήμη των παλιών κατοίκων.  

Ντελάλης

Ο ντελάλης ήταν ο δημόσιος αγγελιοφόρος των παλιών ελληνικών κοινωνιών, ένα επάγγελμα απαραίτητο πριν την εμφάνιση των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης. Η λέξη προέρχεται από την τουρκική «dellâl», που σήμαινε «διαφημιστής», «μεσίτης» ή «εκπρόσωπος». Στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ο dellâl είχε το ρόλο να ανακοινώνει εμπορικά νέα, να μεσολαβεί σε συμφωνίες και να διαδίδει πληροφορίες στους δρόμους και στις αγορές.

Στην Ελλάδα, η έννοια προσαρμόστηκε στις ανάγκες των κοινοτήτων. Ο ντελάλης περπατούσε καθημερινά στους δρόμους και στις πλατείες, φωνάζοντας αγγελίες για χαμένα ή κλεμμένα αντικείμενα, δημοπρασίες, προϊόντα προς πώληση ή κοινωνικά και εκκλησιαστικά νέα. Ήταν η φωνή που μετέφερε το μήνυμα σε όσους δεν μπορούσαν να διαβάσουν ή δεν είχαν πρόσβαση σε γραπτές αγγελίες.

Η δουλειά του απαιτούσε ευχέρεια στη φωνή, μνήμη για τις αγγελίες και γνώση των δρόμων του χωριού ή της πόλης. Κάποιες φορές, για να τραβήξει την προσοχή, συνόδευε τις ανακοινώσεις με ρυθμικό χτύπημα κουδουνιών.

Οι ντελάληδες υπήρχαν από τα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας και διατηρήθηκαν σε χωριά και πόλεις μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Μετά την εμφάνιση των εφημερίδων και τη διάδοση των τηλεφώνων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η ανάγκη για την παρουσία τους μειώθηκε σταδιακά. Στα περισσότερα χωριά, οι ντελάληδες εξαφανίστηκαν περίπου μετά το 1930–1950.

Σαμαράς (Σαμαρτζής)

Ο σαμαράς ήταν ένας από τους βασικούς τεχνίτες της υπαίθρου, απαραίτητος για τη ζωή στα ορεινά χωριά πριν την ανάπτυξη των σύγχρονων μέσων μεταφοράς. Η δουλειά του ήταν συνδεδεμένη με τα ζώα μεταφοράς, κυρίως γαϊδούρια και μουλάρια, τα οποία χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων, καθώς οι δρόμοι ήταν υποτυπώδεις και το ορεινό έδαφος δυσκόλευε τις μετακινήσεις.

Ο σαμαράς κατασκεύαζε τα σαμάρια με επεξεργασμένα σανίδια πλατάνου, τα οποία σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογα με το σώμα του ζώου. Το σαμάρι ήταν απλό αλλά λειτουργικό: ξύλινος σκελετός με εσωτερική επένδυση από ψαθί ή σέλωμα από σίκαλη ή αρνόμαλλο, περιτυλιγμένο με δέρμα. Για τη σωστή εφαρμογή, έπαιρνε ακριβή μέτρα από το ζώο και κατασκεύαζε το σαμαροσκούτι. Η στερέωση γινόταν με λουρίδες από χοντρό δέρμα, οι οποίες περνούσαν γύρω από την περιφέρεια του ζώου και έσφιγγαν ξανά στην άλλη πλευρά. Η κάτω ζώστρα, η σφίχτρα, ένωνε το σαμάρι κάτω από την κοιλιά του ζώου, ενώ το καπίστριαπό δερμάτινες λουρίδες  που προσαρμόζονταν στο κεφάλι για να κρατάει το σκοινί που το έσερνε ο ιδιοκτήτης του.

Η τέχνη του σαμαρά απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και ακρίβεια, καθώς ένα σωστά φτιαγμένο σαμάρι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για χρόνια και να υποστηρίξει βαριά φορτία χωρίς να βλάψει το ζώο. Τα σαμάρια κατασκευάζονταν κυρίως τον χειμώνα και την άνοιξη, όταν οι αγροτικές εργασίες ήταν λιγότερες και η δουλειά περνούσε συχνά από τον πατέρα στον γιο, διασφαλίζοντας τη συνέχιση της γνώσης.

Ιστορικά, το επάγγελμα γνώρισε άνθηση τον 19ο αιώνα και μέχρι τις αρχές του 20ού, όταν η πλειονότητα των μετακινήσεων στα χωριά γινόταν με ζώα φορτίου. Μετά τη δεκαετία του 1950–1960, η εμφάνιση των αυτοκινήτων, των φορτηγών και η βελτίωση των δρόμων οδήγησαν σε βαθμιαία παρακμή του σαμαρά, ενώ από τη δεκαετία του 1970 το επάγγελμα είχε σχεδόν εξαφανιστεί, παραμένοντας μόνο στη μνήμη των κατοίκων ως χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής τεχνικής και της ορεινής ζωής.

Κουρέας (Μπαρμπέρης)

Ο κουρέας, παραδοσιακός μπαρμπέρης, υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ού. Στο μικρό του μαγαζάκι, οι άνδρες περνούσαν ώρες κουβεντιάζοντας και ανταλλάσσοντας νέα, ενώ ο κουρέας αναλάμβανε κούρεμα, ξύρισμα και περιποίηση της γενειάδας.

Το επάγγελμα άνθησε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα αλλά μετά τη δεκαετία του 1960–1970 υπέστη σταδιακή παρακμή λόγω των μοντέρνων κομμωτηρίων και των νέων τάσεων στην περιποίηση. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα περισσότερα παραδοσιακά επαγγέλματα που χάθηκαν, ο κουρέας έχει σήμερα αναβιώσει δυναμικά, με μπαρμπέρικα που συνδυάζουν την παράδοση με τη μοντέρνα αισθητική. 

Κανταρτζής (Ζυγιστής)

Ο κανταρτζής ή ζυγιστής ήταν ο τεχνίτης που ζύγιζε τα προϊόντα των αγροτών και των εμπόρων με το παραδοσιακό καντάρι, εξασφαλίζοντας δίκαιες συναλλαγές. Περιόδευε στα χωριά ή καθόταν στις αγορές και η αμοιβή του γινόταν σε είδος ή χρήμα. Το επάγγελμα άνθησε από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ού,ενώ μετά τη δεκαετία του 1960 άρχισε να φθίνει με την εμφάνιση σύγχρονων ζυγαριών και την εκβιομηχάνιση του εμπορίου.

Μυλωνάς

Ο μυλωνάς ήταν ο τεχνίτης που άλεθε τα δημητριακά σε αλέτρια ή νερόμυλους για να παράγει αλεύρι, απαραίτητο για το ψωμί και άλλες τροφές. Στα χωριά λειτουργούσε κυρίως από τον 19ο αιώνα έως τα μέσα του 20ού, όταν οι παραδοσιακοί μύλοι ήταν κέντρο της αγροτικής ζωής. Μετά την εμφάνιση των βιομηχανικών μύλων και της εκβιομηχάνισης της παραγωγής αλευριού, το επάγγελμα σταδιακά εξαφανίστηκε, διατηρώντας το μόνο ως ανάμνηση και σε ελάχιστους παραδοσιακούς μύλους για επίδειξη ή τουρισμό.