Το ψωμί των παλιών

Το ψωμί των παλιών

Το ψωμί ως θεμέλιο της ζωής

Τα χρόνια εκείνα το ψωμί είχε άλλη αξία για τους παλιούς και αποτελούσε τον θεμέλιο λίθο της διατροφής τους αλλά και σύμβολο μόχθου και επιβίωσης. Δεν το αγόραζαν όπως σήμερα, το έφτιαχναν με τα ίδια τους τα χέρια, από τη γη που οι ίδιοι καλλιεργούσαν.

Η δουλειά στα χωράφια και η σπορά

Άντρες και γυναίκες έβγαιναν από νωρίς στα χωράφια, δουλεύοντας τη γη με τη βοήθεια των ζώων. Με τα βόδια και τα μουλάρια όργωναν το χώμα, άνοιγαν αυλακιές και ετοίμαζαν τη γη για τη σπορά. Καθώς ανέβαινε κανείς προς το χωριό, όλα τα λιβάδια ήταν σπαρμένα, δείχνοντας τη σημασία της καλλιέργειας για τη ζωή της Μυρίκης.

Ο θερισμός στα χρυσά λιβάδια

Όταν έφτανε ο Ιούλιος, ερχόταν η ώρα του θερισμού. Άντρες και γυναίκες έκοβαν τα στάχυα με τα δρεπάνια και τα έδεναν σε δεμάτια. Το τοπίο ήταν μοναδικό· το χρυσό των σταχυών έδενε αρμονικά με το πράσινο των ελάτων και το γαλάζιο του ουρανού.

Το λιτό φαγητό του μόχθου

Η δουλειά ήταν βαριά και η ξεκούραση λιγοστή. Μαζί τους είχαν τα απαραίτητα: λίγο ψωμί, ντομάτα, τυρί και καμιά ελιά. Κάτω από τα έλατα έβρισκαν λίγη σκιά, έτρωγαν και έπιναν νερό από τις κοντινές πηγές και ύστερα συνέχιζαν με υπομονή ώσπου να τελειώσει το χωράφι.

Το λίχνισμα και ο δρόμος για τον μύλο

Όταν ερχόταν η ώρα για το λίχνισμα, τα δεμάτια μεταφέρονταν στα αλώνια του χωριού, στρωμένα με τις χαρακτηριστικές μυρικιώτικες μαύρες πλάκες. Με το δικράνι άνοιγαν τα δεμάτια, πετούσαν τα στάχυα ψηλά και άφηναν τον αέρα να καθαρίσει τον καρπό από το άχυρο.

Από το σιτάρι στο ψωμί της χρονιάς

Ο καθαρισμένος σπόρος έμπαινε σε σακιά και φορτωνόταν στα γαϊδούρια για τον δρόμο προς τον νερόμυλο, στο Μέγα Ρέμα. Εκεί με τη δύναμη του νερού, το σιτάρι γινόταν πολύτιμο αλεύρι, που το φύλαγαν για όλη τη χρονιά. Από αυτό ζύμωναν και έψηναν το ψωμί στους φούρνους και στις πυροστιές, το ψωμί που συνόδευε κάθε μέρα της ζωής τους.