Εισαγωγή- Το Νεραιδοβούνι ως τόπος ζωής
Με υψόμετρο περίπου 1.400 μέτρων, το Νεραιδοβούνι δεσπόζει στο τοπίο της Μυρίκης και από τις κορυφές του προσφέρει καθηλωτική θέα στα γύρω βουνά, στο Καρπενήσι και στα γύρω χωριά. Η παρουσία του είναι έντονη και καθοριστική για τη ζωή του χωριού, καθώς για δεκαετίες αποτέλεσε τόπο εργασίας, επιβίωσης και καθημερινής επαφής με τη φύση.
Το Νεραιδοβούνι δεν υπήρξε ποτέ ένας απλός γεωγραφικός σχηματισμός. Ήταν τόπος ζωής και μόχθου, όπου γενιές ανθρώπων έδεσαν την καθημερινότητά τους με τον κύκλο των εποχών. Στις πλαγιές του ανέβηκαν κτηνοτρόφοι, δούλεψαν γεωργοί, και περπάτησαν κοπάδια στα πλούσια βοσκοτόπια του.
Το βουνό αυτό στήριξε το χωριό οικονομικά, κοινωνικά και ψυχικά. Έδωσε βοσκοτόπια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ξύλα, νερά και αποτέλεσε καταφύγιο σε καιρό πολέμου. Παράλληλα, κράτησε ζωντανή την άυλη παράδοση, τους μύθους και τις αφηγήσεις για νεράιδες και στοιχειά που έντυσαν το τοπίο με φαντασία και μυστήριο.
Για τους ανθρώπους της Μυρίκης, το Νεραιδοβούνι δεν είναι απλώς ένα βουνό στον ορίζοντα. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς τους, σημείο αναφοράς και μνήμης, ένας ζωντανός τόπος που κουβαλά το παρελθόν, στηρίζει το παρόν και διαμορφώνει το μέλλον του χωριού. Η αξία του δε μετριέται μόνο σε μέτρα ή εκτάσεις αλλά στον δεσμό που δημιούργησε με τον άνθρωπο και στον ρόλο που διαχρονικά διαδραμάτισε στην καθημερινή ζωή και την κοινότητα της Μυρίκης.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η διατήρηση και προστασία του Νεραϊδοβουνίου είναι αναγκαία, ώστε οι μελλοντικές γενιές να γνωρίσουν, να σεβαστούν και να συνδεθούν με την ιστορία και τη ζωή του τόπου τους.
Θερινό βοσκοτόπι. Επιστροφή από τα χειμαδιά
Από την άνοιξη, γύρω στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, έως το φθινόπωρο και τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, οι βοσκοί ανέβαιναν στις πλαγιές του Νεραϊδοβουνίου, όπου τα κοπάδια έβρισκαν άφθονα και ποιοτικά βοσκοτόπια. Το βουνό λειτουργούσε ως θερινό βοσκοτόπι των μετακινούμενων κτηνοτρόφων, οι οποίοι επέστρεφαν με τις οικογένειές τους από τα χειμαδιά του κάμπου της Φθιώτιδας και της Αιτωλοακαρνανίας, εγκαθιστώντας προσωρινά τη ζωή και την εργασία τους στον ορεινό χώρο. Εκεί, καθ’ όλη τη θερινή περίοδο, τα κοπάδια έβοσκαν οργανωμένα στις πλαγιές και τα λιβάδια του βουνού. Παράλληλα, το Νεραϊδοβούνι εξυπηρετούσε και τις ανάγκες των μη μετακινούμενων κτηνοτρόφων της Μυρίκης, οι οποίοι αξιοποιούσαν τα ίδια βοσκοτόπια για τη θερινή εκτροφή των ζώων τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιών κτηνοτρόφων, αρκετές οικογένειες της Μυρίκης, καθώς και του γειτονικού χωριού Αγίου Νικολάου, χρησιμοποιούσαν συστηματικά το Νεραϊδοβούνι ως θερινό βοσκοτόπι, εντάσσοντάς το στον ετήσιο κύκλο της κτηνοτροφικής τους δραστηριότητας.(Εχω γράψει για τα χειμαδιά στην ενότητα Κτηνοτροφική ζωή, πέτα το σαν λινκ το κείμενο των χειμαδιών στη λέξη χειμαδιά)
Τα ανοιξιάτικα βοσκοτόπια. Η Ράχη και το Καγκέλι
Πριν από την τελική άνοδο στα θερινά βοσκοτόπια του Νεραϊδοβουνίου, οι κτηνοτρόφοι ακολουθούσαν μια ενδιάμεση στάση στα ανοιξιάτικα βοσκοτόπια. Κατά την επιστροφή τους από τα χειμαδιά, δεν κατευθύνονταν απευθείας προς τα υψηλότερα υψόμετρα αλλά περνούσαν πρώτα από περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου, οι οποίες λειτουργούσαν ως μεταβατικός σταθμός. Τα ανοιξιάτικα αυτά βοσκοτόπια παραχωρούνταν κατόπιν δημοπρασίας και χρησιμοποιούνταν για περιορισμένο χρονικό διάστημα, έως ότου οι καιρικές συνθήκες και η βλάστηση επιτρέψουν την πλήρη εγκατάσταση στα ψηλώματα. Τέτοιες θέσεις ήταν η Ράχη και το Καγκέλι Τυμφρηστού. Η συγκεκριμένη πορεία, από τα χειμαδιά προς τα ανοιξιάτικα βοσκοτόπια και στη συνέχεια προς τα θερινά, ρύθμιζε τον ετήσιο κύκλο μετακίνησης, την οργάνωση της εργασίας και τον τρόπο ζωής των μετακινούμενων κτηνοτρόφων.
Η λιθαρόστρουγκα και τα γιατάκια
Μάρτυρας αυτής της παλιάς κτηνοτροφικής ζωής παραμένει μέχρι σήμερα η λιθαρόστρουγκα που στέκει στις πλαγιές του Νεραϊδοβουνίου. Πρόκειται για στρούγκα χτισμένη με λιθάρια, η οποία χρησιμοποιούνταν για το άρμεγμα των ζώων και αποτελούσε βασικό σημείο οργάνωσης της καθημερινής κτηνοτροφικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με μαρτυρίες απογόνων της οικογένειας Κεφαλά, η κατασκευή της ανάγεται στο 1856. Από τη λιθαρόστρουγκα σώζεται σήμερα τμήμα της, το χειροστόμι, που υπενθυμίζει τη μακρόχρονη χρήση του χώρου.
Στο βουνό υπήρχαν και τα γιατάκια, τα μεσημεριανά κρεβάτια των κτηνοτρόφων, πρόχειρες κατασκευές από μπάτσες, κλαδιά ελάτου και φτέρες. Κάθε κτηνοτρόφος διέθετε το δικό του γιατάκι, στοιχείο που καταδεικνύει την παρατεταμένη παραμονή τους στο βουνό κατά τη θερινή περίοδο. Αν και σήμερα η ακριβής θέση τους στο υψίπεδο δεν είναι γνωστή, η ύπαρξή τους μαρτυρεί ότι το Νεραϊδοβούνι δεν ήταν απλώς τόπος βοσκής αλλά χώρος προσωρινής εγκατάστασης και καθημερινής ζωής. Ήταν το θερινό «σπίτι» της κτηνοτροφίας
Σύρτα – Το μονοπάτι των κτηνοτρόφων
Στις πλαγιές του Νεραϊδοβουνίου, τα κοπάδια ακολουθούσαν τη σύρτα τους, τον καθορισμένο δρόμο που χρησιμοποιούνταν επί γενεές από τους κτηνοτρόφους για την ασφαλή μετακίνησή τους στο βουνό. Η σύρτα δεν ήταν απλώς ένα μονοπάτι αλλά οργανωμένη διαδρομή, γνωστή, δοκιμασμένη και σεβαστή, η οποία εξασφάλιζε τη συνέχεια της κτηνοτροφικής δραστηριότητας και τη σύνδεση των ανθρώπων με τον ορεινό χώρο.
Σήμερα, η σύρτα διατηρείται ως υλικό κατάλοιπο της ιστορίας του Νεραϊδοβουνίου και τεκμήριο της παραδοσιακής κτηνοτροφικής δραστηριότητας που διαμόρφωσε το τοπίο. Η προστασία και ανάδειξή της συμβάλλει στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής και ενισχύει την κατανόηση των ιστορικών χρήσεων του βουνού, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ισόρροπης συνύπαρξης φυσικού περιβάλλοντος και ανθρώπινης δραστηριότητας στο παρόν.
Βοσκοτόπια και χωράφια
Το βουνό δεν λειτουργούσε μόνο ως τόπος βοσκής αλλά ως ενιαίος χώρος καθημερινής δραστηριότητας για τους κατοίκους. Στις πλαγιές και στα υψώματά του υπήρχαν βοσκοτόπια, χωράφια καλλιεργήσιμα και αλώνια, τα οποία αξιοποιούνταν συστηματικά στο πλαίσιο της αγροκτηνοτροφικής ζωής. Οι κάτοικοι ανέβαιναν στο βουνό μαζί με τα ζώα τους, όχι μόνο για τη βόσκηση αλλά και για να καλλιεργήσουν τη γη, να σπείρουν και να θερίσουν, εντάσσοντας τον ορεινό χώρο στον ετήσιο κύκλο της παραγωγής.
Τα χωράφια του βουνού παρείχαν βασικά αγαθά διατροφής, ενώ τα αλώνια αποτέλεσαν σημεία ολοκλήρωσης της αγροτικής εργασίας, όπου γινόταν το αλώνισμα της σοδειάς. Η παρουσία τους μαρτυρεί την οργανωμένη χρήση του ορεινού τοπίου και τη στενή σχέση των ανθρώπων με αυτό. Το βουνό δεν ήταν αποκομμένο από τον οικισμό, ούτε χώρος περιστασιακής χρήσης αλλά μέρος της καθημερινότητας και της οικονομικής ζωής των κατοίκων, άρρηκτα συνδεδεμένο με την εργασία, τη μετακίνηση και τη διαβίωσή τους.
Νεράιδες και ξωτικά. Θρύλοι του βουνού
Το Νεραιδοβούνι είναι άρρηκτα δεμένο με το μυστήριο και τους θρύλους. Λέγεται πως εκεί ζούσαν πανέμορφες νεράιδες που τραγουδούσαν και χόρευαν στα ξέφωτα και στις πηγές του βουνού. Σύμφωνα με τον παλιό θρύλο, όποιος τις συναντούσε δεν έπρεπε να βγάλει μιλιά. Αν παρασύρονταν από τη μαγεία των νεράιδων και μιλούσε, η γλώσσα του «κομποδενόταν». Έπρεπε να παραμείνει υπομονετικά σιωπηλός και να συνεχίσει τον δρόμο του, αφήνοντας πίσω του το μυστήριο και τη μαγεία του τόπου.
Ο μύθος των νεράιδων αποτελεί πλούσιο λαογραφικό υλικό της Μυρίκης που διασώθηκε από στόμα σε στόμα μέσα στις γενιές. Μέσα από αφηγήσεις και μνήμες των παλιών, πέρασε αναλλοίωτος στον χρόνο, κρατώντας ζωντανή τη συλλογική μνήμη και την ταυτότητα του τόπου μας.
Τοπωνύμια(να πετάμε λινκ στα τοπωνύμια που έχουν γραφτεί ήδη Κι αυτό να είναι κάτω η εισαγωγη)
Στις πλαγιές και τις κορυφές του Νεραϊδοβουνίου υπήρχαν πολλά τοπωνύμια, τα οποία φέρουν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία της περιοχής. Οι ονομασίες τους έχουν καταγραφεί από τον Εξωραϊστικό- Αλληλοβοηθητικό Σύλλογο Μυρίκης « Άγιος Γεώργιος», ο οποίος επιχείρησε να αναζητήσει την ιστορία τους και να συγκεντρώσει όσα περισσότερα μπορούσε, αξιοποιώντας συνεντεύξεις από μεγαλύτερους κατοίκους του χωριού. Αυτοί, μέσα από τις προσωπικές τους μνήμες και τις εμπειρίες ζωής, μεταφέρουν όσα ζήσανε και βιώσανε στο βουνό και σήμερα αποτελούν πολύτιμη πηγή για την καταγραφή της ιστορίας και της καθημερινότητας του χωριού. Η προσπάθεια αυτή στοχεύει στη συγκρότηση ενός πλήρους και τεκμηριωμένου αρχείου που αναδεικνύει τόσο τη φυσική όσο και την πολιτιστική κληρονομιά του Νεραϊδοβουνίου.
Χλωρίδα και πανίδα
Η σύνδεση των κατοίκων με το βουνό ήταν οργανική και διαχρονική. Η βοσκή, οι καλλιέργειες, η συλλογή πρώτων υλών και η καθημερινή παρουσία στο βουνό, βασίζονταν στη γνώση και τον σεβασμό για το βουνό, δημιουργώντας έναν τρόπο ζωής που έφερνε κοντά τον άνθρωπο με τη φύση.
Το Νεραϊδοβούνι διακρίνεται για τη φυσική του ποικιλία και την πλούσια βιοποικιλότητα. Στις πλαγιές και τα υψώματά του αναπτύσσεται πλούσια χλωρίδα, που προσέφερε στους κατοίκους πρώτες ύλες για καλλιέργειες, βοσκοτόπια και παραδοσιακές πρακτικές. Η πανίδα του βουνού είναι εξίσου εντυπωσιακή: αγριόχοιροι, ζαρκάδια, αλεπούδες, αγριόγατες, λαγοί, κουνάβια, ασβοί, αλλά και αρπακτικά πουλιά όπως αετοί και γεράκια βρίσκουν καταφύγιο σε κάθε πλαγιά. Στις πιο απομονωμένες περιοχές έχουν εντοπιστεί λύκοι ακόμη και αρκούδες., μαρτυρώντας ότι το οικοσύστημα παραμένει ζωντανό και σχεδόν ανέπαφο από τον άνθρωπο.
Για πλήρη παρουσίαση της χλωρίδας δείτε εδώ : https://www.dropbox.com/scl/fi/tregtl8jsfn0s13i036la/Flora2.pdf?rlkey=jz1voe0vonp7z2qum3cshnku2&e=1&dl=0, ενώ για την πανίδα περισσότερες πληροφορίες αναζητήστε εδώ: https://www.dropbox.com/scl/fi/82oxou3786gldv2lf9hcb/Panida.pdf?rlkey=1l8ax4v4hcndhxa5j06dgz08s&e=1&dl=0
Το Νεραϊδοβούνι και οι σχολικές εκδρομές
Το Νεραϊδοβούνι κατείχε ξεχωριστή θέση στην καθημερινότητα και στη μνήμη των παιδιών της Μυρίκης. Δεν ήταν απλώς ένα φυσικό όριο του χωριού αλλά ένας ζωντανός χώρος μάθησης, παιχνιδιού και εμπειρίας, στενά δεμένος με τα σχολικά τους χρόνια. Από νωρίς, οι μαθητές και οι μαθήτριες γνώριζαν το βουνό μέσα από τις σχολικές εκδρομές που ξεκινούσαν πάντα με τα πόδια από το χωριό.
Με τον δάσκαλο επικεφαλής, τα παιδιά ανηφόριζαν τις πλαγιές του Νεραϊδοβουνίου, κρατώντας το κολατσιό και τα παγουράκια με το νερό. Η διαδρομή αποτελούσε μέρος της εκδρομής και μέσα από αυτήν την εμπειρία μάθαιναν να βαδίζουν όλοι μαζί, να παρατηρούν τη φύση και να δοκιμάζουν τις αντοχές τους. Φτάνοντας στο βουνό, ο χώρος άνοιγε και γινόταν πεδίο ελευθερίας. Οι μεγάλες αλάνες γέμιζαν με παιδιά και φωνές που έπαιζαν μπάλα, σκαρφάλωναν στις μεγάλες πέτρες, έτρεχαν στις λακκούβες και χάνονταν για ώρες μέσα στην απεραντοσύνη του τοπίου.
Το Νεραϊδοβούνι δεν υπήρξε μόνο τόπος σχολικής αναψυχής για τα παιδιά της Μυρίκης. Συχνά ανέβαιναν στο βουνό και μαθητές από το γειτονικό χωριό του Αγίου Νικολάου, μετατρέποντάς το σε χώρο κοινωνικοποίησης και συνάντησης. Εκεί, μέσα από το παιχνίδι, τα παιδιά της Μυρίκης γνώριζαν τα παιδιά του διπλανού χωριού, δημιουργώντας σχέσεις και αναμνήσεις που ξεπερνούσαν τα στενά όρια της κάθε κοινότητας.
Το Νεραϊδοβούνι και η θρησκευτική πίστη
Παράλληλα, το Νεραϊδοβούνι κατείχε έναν ιδιαίτερο και βαθιά συμβολικό ρόλο στην πνευματική ζωή της κοινότητας. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, οι κάτοικοι της Μυρίκης ανέβαιναν στο βουνό για να κόψουν αγριολούλουδα, με τα οποία στόλιζαν τον επιτάφιο, ενσωματώνοντας στοιχεία της φύσης στα ιερά έθιμα του τόπου.
Ιδιαίτερη θέση είχαν τα μικρά, κίτρινα, αγριολούλουδα που φύονται στο Νεραϊδοβούνι και τα οποία οι Μυρικιώτες ονομάζουν «δακράκια της Παναγίας». Το χαρακτηριστικό αυτό φυτό που ευδοκιμεί σε υψόμετρο περίπου 1.400 μέτρων, συνδέθηκε με τη θρησκευτική πίστη και τη συλλογική μνήμη, αποκτώντας έναν ιδιαίτερο συμβολισμό για την τοπική κοινωνία.
Το Νεραϊδοβούνι και το έθιμο της Πρωτομαγιάς
Το βουνό αποτελούσε επίσης τόπο εθιμικής εξόρμησης την Πρωτομαγιά. Οικογένειες Μυρικιωτών ανέβαιναν στο Νεραϊδοβούνι για να «πιάσουν τον Μάη», κάνοντας βόλτα και εκδρομή μέσα στη φύση. Κατά την ανοιξιάτικη αυτή έξοδο, μάζευαν άγρια λουλούδια και τα δακράκια της Παναγίας, συνεχίζοντας έθιμα που συνέδεαν την αναγέννηση της φύσης με την παράδοση.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, διατηρούμε τις ενστάσεις μας και συμπορευόμαστε με την Κίνηση Πολιτών Καρπενησίου, η οποία διατυπώνει επίσημα την αντίθεσή της στη συγκεκριμένη χωροθέτηση του έργου, ζητώντας ταυτόχρονα μεγαλύτερη ενημέρωση, τεκμηρίωση και συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στις αποφάσεις που αφορούν το μέλλον του τόπου.
Έρευνα και Πανεπιστήμιο
Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στην Ευρυτανία | Δασολογία & Έρευνα
Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος – ΓΠΑ
- Πεδίο μελέτης του Εργαστηρίου Αγροδασοπονίας και Δασικής Εδαφολογίας του Τμήματος Δασολογίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος ενταγμένα στα ερευνητικά του προγράμματα που υποστηρίζονται από δύο διδακτορικές εργασίες για τις οικοσυστημικές υπηρεσίες (ecosystem services) της παραδοσιακής βόσκησης και των βοσκοτόπων της Ευρυτανίας (ρύθμιση υδρολογικών δεδομένων, ενίσχυση βιοποικιλότητας, δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα στα εδάφη, κ.λπ.)
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών & Τεχνολογιών-
- Ερευνητικό πεδίο του Εργαστηρίου Διατήρησης Βιοποικιλότητας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων. Συγκεκριμένα το Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας στο Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών & Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων https://bc.lab.uoi.gr/en/ διεξάγει έρευνα για τα ορθόπτερα https://bc.lab.uoi.gr/en/tag/orthoptera/ και τις πεταλούδες με ερευνητική καταγραφή και επιτόπια παρακολούθηση στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Apollo https://www.facebook.com/groups/540906813543092 που υλοποιείται με χρηματοδότηση από το Εθνικό Κέντρο Περιβάλλοντος & Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΠΑΑ νυνΟΦΥΠΕΚΑ) https://bc.lab.uoi.gr/el/category/science-for-society/butterfly-monitoring
( ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ)
Βιώσιμη διαχείριση δασών – Το όραμα της Μυρίκης
Η επιστημονική γνώση και η επιτόπια έρευνα αποτελούν βασικό πυλώνα της αντίληψής μας για τη βιώσιμη διαχείριση των δασών και των ορεινών οικοσυστημάτων. Η βιώσιμη διαχείριση των δασών μας μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν οι προκλήσεις αντιμετωπίζονται ολιστικά, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια έχει η ενδυνάμωση των τοπικών κοινοτήτων και η αναβάθμιση της συμμετοχής των ενεργών πολιτών, οι οποίοι, γνωρίζοντας σε βάθος τα προβλήματα και τις ανάγκες των δασικών οικοσυστημάτων, μπορούν να αναλάβουν δράση και να συμβάλλουν αποφασιστικά στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων για την προστασία του περιβάλλοντος. Έτσι, είναι πιο πιθανό να δεσμευτούν σε μια σειρά στοχευμένων δράσεων.
Κάθε παρέμβαση στο δάσος βασίζεται στις αρχές της αειφορίας. Εξασφαλίζει την ισορροπία ανάμεσα στο περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία, διασφαλίζει τους φυσικούς πόρους για τις επόμενες γενιές και ενισχύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Η προστασία της φυσικής κληρονομιάς μας απαιτεί ότι κάθε σχεδιασμένη παρέμβαση αξιολογείται με προσοχή, τεκμηρίωση και υπευθυνότητα, ώστε οι αρχές της αειφορίας να εφαρμόζονται στην πράξη. Οι περιοχές αυτές μπορεί να φιλοξενούν μοναδική χλωρίδα, να συνδέονται με σημαντικά στοιχεία τοπικής ιστορίας, να αποτελούν μέρος της άυλης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ενώ παράλληλα να παρουσιάζουν ένα εξαιρετικό περιβαλλοντικό κάλλος που πρέπει να διατηρηθεί.
Η αειφορία για εμάς δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, ούτε ένα απόλυτο «όχι» σε κάθε αλλαγή. Είναι μια πρακτική υπεύθυνης διαχείρισης που προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου και διασφαλίζει ότι τα δάση μας παραμένουν ζωντανά, βιώσιμα και ανθεκτικά στον χρόνο για τις επόμενες γενιές.
Στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφίας, η Μυρίκη αντιμετωπίζει με προβληματισμό και σκεπτικισμό την προτεινόμενη εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στη θέση Νεραϊδοβούνι Η κοινότητά μας επιμένει ότι κάθε αναπτυξιακή παρέμβαση πρέπει να σέβεται τη φέρουσα ικανότητα του περιβάλλοντος, να διατηρεί την τοπική φυσική και πολιτιστική κληρονομιά και να ενισχύει τη βιωσιμότητα για τις επόμενες γενιές. Μέσα από τεκμηριωμένες αποφάσεις και ενεργή συμμετοχή των πολιτών, η κοινότητα προτάσσει μια ανάπτυξη που δεν αναιρεί το μέλλον.
Φωτοβολταϊκό έργο στο Νεραϊδοβούνι – Η θέση της Μυρίκης
Το προτεινόμενο έργο αφορά την κατασκευή και λειτουργία φωτοβολταϊκού σταθμού συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 5,9994 MW, με σκοπό την ηλεκτροπαραγωγή μέσω αξιοποίησης της ηλιακής ενέργειας και με εφαρμογή της μεθόδου του εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού.
Το φωτοβολταϊκό σύστημα προβλέπεται να εγκατασταθεί σε δύο γήπεδα, τα οποία διαχωρίζονται σε έξι (6) τμήματα συνολικής επιφάνειας 97.570,24 τ.μ., στη θέση «Νεραϊδοβούνι» των Δημοτικών Κοινοτήτων Μυρίκης και Αγίου Νικολάου του Δήμος Καρπενησίου, όπως αποτυπώνεται στο σχετικό Τοπογραφικό Διάγραμμα – Διάγραμμα Κάλυψης (αρ. σχεδίου Δ-1) του Κεφαλαίου 15 της μελέτης.
Φορέας του έργου είναι η μη κερδοσκοπική Ενεργειακή Κοινότητα «Κοινότητα Ανανεώσιμης Ενέργειας Καρπενησίου Μακρακώμης Αγράφων Συν. Π.Ε.». Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το έργο στοχεύει:
- στην προώθηση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας,
- στην ενίσχυση της ενεργειακής αειφορίας,
- στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.
Ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 2.841.430 ευρώ. Παράλληλα, εκτιμάται ότι το άμεσο οικονομικό όφελος για την εθνική οικονομία, λόγω της μείωσης των εκπομπών CO₂ (με εκτιμώμενο κόστος 75,15 €/tn), ανέρχεται περίπου σε 675.230 ευρώ ετησίως.
Η θέση της τοπικής κοινωνίας
Ως τοπική κοινωνία αναγνωρίζουμε τη σημασία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της ενεργειακής μετάβασης. Ωστόσο, θεωρούμε ότι η πλήρης ενημέρωση και η διαφάνεια αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για κάθε σημαντική παρέμβαση στον τόπο μας.
Δεδομένου ότι η πληροφόρηση γύρω από το προτεινόμενο έργο παραμένει περιορισμένη και η συμμετοχή μας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ελλιπής, αντιμετωπίζουμε με έντονο σκεπτικισμό και επιφυλακτικότητα τη σχεδιαζόμενη αλλαγή χρήσεων γης στα εν λόγω βοσκοτόπια, στη θέση Νεραϊδοβούνι Μυρίκης.
Οι βοσκότοποι αυτοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αγροτικής και κτηνοτροφικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς και προστατεύονται από την κείμενη νομοθεσία και τη σχετική νομολογία του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας.
Η έκταση και η χωροθέτηση του φωτοβολταϊκού σταθμού εγείρουν σοβαρούς προβληματισμούς ως προς:
- τον χαρακτήρα της περιοχής,
- το φυσικό τοπίο,
- την ιστορική και πολιτιστική φυσιογνωμία του τόπου,
- τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο βουνό και στο περιβάλλον.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, διατηρούμε τις ενστάσεις μας και συμπορευόμαστε με την Κίνηση Πολιτών Καρπενησίου για την Προστασία του Ευρυτανικού Περιβάλλοντος, η οποία έχει διατυπώσει επίσημα την αντίθεσή της στη συγκεκριμένη χωροθέτηση του έργου, ζητώντας ουσιαστικότερη ενημέρωση, τεκμηρίωση και ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στις αποφάσεις που αφορούν το μέλλον του τόπου μας.