ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Τα παιδιά της Μυρίκης

Τα παιδιά της Μυρίκης μεγάλωναν ευτυχισμένα και ξέγνοιαστα μέσα στη φύση. Ήταν ευτυχισμένα, γιατί το χωριό ολόκληρο ήταν η αυλή τους. Έτρεχαν στα λιβάδια και έπαιζαν μπάλα.  Σκαρφάλωναν στα δέντρα, κυλούσαν στις πλαγιές και έπαιζαν με τις ώρες στις ρεματιές τρώγοντας ψωμί βρεγμένο με ζάχαρη.  Το καλοκαίρι τα πόδια τους ήταν πάντα γεμάτα σκόνη και τον χειμώνα τα μάγουλά τους κοκκίνιζαν απ’ το κρύο.

Ήταν παιδιά ανεξάρτητα, ικανά και ώριμα πιο νωρίς απ’ όσο χρειαζόταν. Ήξεραν να βοηθούν στο σπίτι, στα ζώα, στα χωράφια. Είχαν ευθύνες που σήμερα φαίνονται υπερβολικές για την ηλικία τους, μα τότε ήταν κομμάτι της ζωής. Μεγάλωναν μέσα στη δουλειά, στις δυσκολίες αλλά και στο παιχνίδι και τη συντροφιά. Η φτώχεια τούς έδωσε ένα ισχυρό κίνητρο για να αγωνιστούν ώστε να τα καταφέρουν. Οι  άνθρωποι αυτοί πρόκοψαν άλλοι μετακινήθηκαν στο εξωτερικό , άλλοι σε άλλες περιοχές της Ελλάδας,  άλλοι παρέμειναν εδώ, όμως όπου και αν πήγαν η ανάμνηση των παιδικών τους χρόνων μένει ολοζώντανη. Κι όταν σήμερα ανταμώνουν θυμούνται τα παιδικά τους χρόνια με νοσταλγία, συγκίνηση και χαρά.

Τα παιδιά της Μυρίκης ήταν παιδιά που έμαθαν να εκτιμούν τα απλά, να χαίρονται με το λίγο και να στέκονται στα πόδια τους. Από εκείνα τα χρόνια γεννήθηκαν άνθρωποι δυνατοί, με ήθος και αγάπη για τον τόπο τους και αυτά τα παιδιά για εμάς τους νεότερους αποτελούν πρότυπο. Αυτά τα παιδιά, που τότε έπαιζαν στις αυλές και στα ρέματα, είναι σήμερα οι μεγάλοι άντρες και οι μεγάλες γυναίκες της Μυρίκης. Είναι οι άνθρωποι από τους οποίους αντλούμε τις μνήμες, τις αφηγήσεις και τις εικόνες που προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανές. Μέσα από τα λόγια τους ξετυλίγεται η ιστορία του χωριού· μια ιστορία που αξίζει να μείνει και να περάσει στις επόμενες γενιές.