Ο τρύγος

Ο τρύγος

Ο Σεπτέμβριος ήταν ο μήνας του τρύγου, της πιο ζωντανής εποχής για τα αμπέλια του χωριού. Μετρούσε σαν το σπουδαιότερο φθινοπωρινό γεγονός, γιατί από αυτόν εξαρτιόταν και η ποιότητα του κρασιού της χρονιάς – ενός προϊόντος που συνόδευε κάθε χαρά, κάθε τραπέζι, κάθε παρέα.

Όλα τα σπίτια είχαν είτε μία κληματαριά στην αυλή τους είτε ένα αμπέλι, μεγάλο ή μικρό. Τα περισσότερα αμπέλια βρίσκονταν στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής. Οι χωριανοί φρόντιζαν με προσοχή τα αμπέλια τους. Επέλεγαν με σύνεση την τοποθεσία τους και φρόντιζαν να μην συγκρατεί υπερβολικά το νερό, ώστε τα σταφύλια να μεγαλώνουν σωστά.


Η προετοιμασία

Η περίοδος του τρύγου ήταν γεμάτη δουλειά και προετοιμασία. Ο αγροφύλακας επιτηρούσε πιο εντατικά τα χωράφια, ενώ οι νοικοκυρέοι έβγαιναν στα αμπέλια και δοκίμαζαν τις ρώγες. Κοιτούσαν το χρώμα, τη γλύκα, το άρωμά τους. Συμφωνούσαν όλοι για την «κατάλληλη μέρα» – ούτε πολύ νωρίς, για να μη χάσουν τα σάκχαρα, ούτε αργά, για να μην τους προλάβει η βροχή.

Για να προστατεύσουν τα αμπέλια από τα πουλιά, έβαζαν σκιάχτρα και τσακατούρες (αυτοσχέδιες κατασκευές που παρήγαγαν ήχο και απέτρεπαν τα πουλιά να πλησιάσουν). Οι μεγάλες κόφες, τα μικρότερα κοφίνια, τα μαχαίρια, οι κάδες και τα βαρέλια καθαρίζονταν και ετοιμάζονταν για τον τρύγο.


Η ημέρα του τρύγου

Την ημέρα του τρύγου, πριν ακόμη βγει ο ήλιος καλά, όλη η οικογένεια – μαζί και συγγενείς ή γείτονες – μαζεύονταν στο αμπέλι. Στα ορεινά χωριά ο τρύγος ήταν πάντα συλλογική υπόθεση και η ατμόσφαιρα θύμιζε πανηγύρι.

Άλλοι έκοβαν τα τσαμπιά, άλλοι τα μάζευαν στις κόφες και τα κουβαλούσαν, περπατώντας συχνά σε ανηφόρες και δύσκολα μονοπάτια. Η δουλειά ήταν επίπονη αλλά γινόταν με πολλή όρεξη, κουβέντα, γέλια και καλή διάθεση, γιατί η σκληρή δουλειά τους θα ανταμειβόταν με την παραγωγή του κρασιού τους.


Το πάτημα των σταφυλιών – Η καρδιά του τρύγου

Όταν έφτανε η ώρα, μάζευαν τα σταφύλια και τα μετέφεραν με τα γαιδουράκια ή τα μουλάρια στα σπίτια ή στα πατητήρια. Τα σταφύλια τα αδειάζανε πάνω σε καθαρές κουβέρτες και στη συνέχεια σε μικρά κοφίνια που έφταναν μέχρι τα πατητήρια, όπου με τα γυμνά τους πόδια οι άνθρωποι τα πάταγαν, λιώνοντάς τα για να βγει ο χυμός.

Η μυρωδιά του ζουλιγμένου καρπού γέμιζε τον αέρα, ενώ από το ληνό έτρεχε κι ο πρώτος μούστος, ο γλυκός προάγγελος του κρασιού που θα «έδενε» αργότερα στα βαρέλια. Ο μούστος στις μεγάλες κάδες καλυπτόταν με κλαδιά πλατάνου και πέτρες για να ωριμάσει για μερικές μέρες.


Το «δέσιμο» του κρασιού

Ο καθαρός μούστος περνούσε στα ξύλινα βαρέλια που σφραγίζονταν προσεκτικά με ρετσίνι. Οι παλιοί έλεγαν ότι όσο «βράζει» το κρασί, χρειάζεται ησυχία και ζέστη. Δεν επιτρέπονταν φωνές ούτε πολλά μπες-βγες στο κατώι.

Κάθε τόσο ο νοικοκύρης κατέβαινε να το δει για να μην φουσκώσει και χυθεί από την κάδη, να το ακούσει, να το δοκιμάσει. Ήταν μια διαδικασία σχεδόν μυσταγωγική, όπου η υπομονή και η γνώση μετρούσαν όσο και η σοδειά.


Τα Καζάνια – Η δεύτερη γιορτή

Όταν πια τελείωνε ο τρύγος και ο μούστος είχε μπει στα βαρέλια, η παρέα δεν διαλυόταν. Μετά από μερικές εβδομάδες ακολουθούσαν τα καζάνια, όπου το υπόλοιπο από τα σταφύλια γινόταν ύλη για το τσίπουρο της χρονιάς.

Τα καζάνια ήταν δύσκολη και απαιτητική εργασία. Η φωτιά έπρεπε να διατηρείται σταθερή για ώρες, η απόσταξη να ελέγχεται συνεχώς και όλοι έμεναν εκεί όλο το βράδυ – συχνά και δύο, τρεις μέρες, αν είχε πολύ «υλικό».

Γύρω από το καζάνι γεννιούνταν ιστορίες, ανέκδοτα και πειράγματα, ψήνονταν πατάτες στη στάχτη, τρώγονταν μεζέδες και κάθε φορά που έβγαινε το πρώτο τσίπουρο όλοι δοκίμαζαν και έλεγαν: «Στην υγειά μας!»


Η ολοκλήρωση – Ένα κλείσιμο κύκλου

Όταν τελείωναν και τα καζάνια, όλοι ένιωθαν πως ο τρύγος είχε ολοκληρωθεί. Το κρασί είχε πια «δέσει» στο βαρέλι και το τσίπουρο έμπαινε στα μπουκάλια, έτοιμο να ζεστάνει όλες τις καρδιές τον χειμώνα.

Αυτά ήταν τα καλούδια του σπιτιού, ο θησαυρός κάθε οικογένειας στις γιορτές, στις μικρές χαρές της καθημερινότητας και στις στεναχώριες, σε κάθε πτυχή της ζωής του χωριού.

ΜΕ ΤΙΤΛΟΥΣ ΣΕΟ

Η ημέρα του τρύγου: συλλογική εργασία και γλέντι

Την ημέρα του τρύγου, πριν ακόμη βγει ο ήλιος καλά, όλη η οικογένεια – μαζί και συγγενείς ή γείτονες – μαζεύονταν στο αμπέλι. Ο τρύγος ήταν πάντα συλλογική υπόθεση και η ατμόσφαιρα θύμιζε πανηγύρι.

Άλλοι έκοβαν τα τσαμπιά, άλλοι τα μάζευαν στις κόφες και τα κουβαλούσαν. Η δουλειά ήταν επίπονη αλλά γινόταν με όρεξη, κουβέντα, γέλια και καλή διάθεση, γιατί η σκληρή δουλειά τους θα ανταμειβόταν με την παραγωγή του κρασιού τους.


Το πάτημα των σταφυλιών: η καρδιά της παραγωγής

Όταν έφτανε η ώρα, μάζευαν τα σταφύλια και τα μετέφεραν με τα γαιδουράκια ή τα μουλάρια στα σπίτια ή στα πατητήρια. Τα σταφύλια τα αδειάζανε πάνω σε καθαρές κουβέρτες και στη συνέχεια σε μικρά κοφίνια που έφταναν μέχρι τα πατητήρια, όπου τα πάταγαν με τα γυμνά τους πόδια.

Η μυρωδιά του ζουλιγμένου καρπού γέμιζε τον αέρα, ενώ από το λινό –το πανί που συγκρατούσε τις φλούδες των σταφυλιών– έτρεχε ο πρώτος μούστος, ο γλυκός προάγγελος του κρασιού που θα «έδενε» αργότερα στα βαρέλια


Το «δέσιμο» του κρασιού στα βαρέλια

Ο καθαρός μούστος περνούσε στα ξύλινα βαρέλια που σφραγίζονταν προσεκτικά με ρετσίνι. Οι παλιοί έλεγαν ότι όσο «βράζει» το κρασί χρειάζεται ησυχία και ζέστη. Ο νοικοκύρης κατέβαινε κάθε τόσο να το δει για να μην φουσκώσει και χυθεί.

Ήταν μια διαδικασία σχεδόν μυσταγωγική, όπου η υπομονή και η γνώση μετρούσαν όσο και η σοδειά.


Τα καζάνια: η δεύτερη γιορτή του φθινοπώρου

Όταν τελείωνε ο τρύγος και ο μούστος είχε μπει στα βαρέλια, ακολουθούσαν τα καζάνια, όπου το υπόλοιπο από τα σταφύλια γινόταν ύλη για το τσίπουρο της χρονιάς.

Τα καζάνια ήταν δύσκολη και απαιτητική εργασία. Η φωτιά έπρεπε να διατηρείται σταθερή για ώρες, η απόσταξη να ελέγχεται συνεχώς και όλοι έμεναν εκεί όλο το βράδυ. Γύρω από το καζάνι γεννιούνταν ιστορίες, ανέκδοτα και πειράγματα, ψήνονταν πατάτες στη στάχτη και τρώγονταν μεζέδες.

Κάθε φορά που έβγαινε το πρώτο τσίπουρο όλοι δοκίμαζαν και έλεγαν: «Στην υγειά μας!»


Η ολοκλήρωση του τρύγου και οι καρποί της εργασίας

Όταν τελείωναν και τα καζάνια, όλοι ένιωθαν πως ο τρύγος είχε ολοκληρωθεί. Το κρασί είχε πια «δέσει» στο βαρέλι και το τσίπουρο έμπαινε στα μπουκάλια, έτοιμο να ζεστάνει όλες τις καρδιές τον χειμώνα.

Αυτά ήταν τα καλούδια του σπιτιού, ο θησαυρός κάθε οικογένειας στις γιορτές, στις μικρές χαρές της καθημερινότητας και στις στεναχώριες, σε κάθε πτυχή της ζωής του χωριού.