Γάμος στα παλαιότερα χρόνια — Ήθη και Έθιμα
Στα χρόνια τα παλιά, τότε που η ζωή στο χωριό είχε άλλους ρυθμούς και τα ήθη ήταν άγραφος νόμος, ο γάμος δεν αποτελούσε μια απλή τελετή. Ήταν μια πορεία μακριά, μια διαδικασία γεμάτη στάδια, κοινωνικούς κανόνες και συμβολισμούς που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Κάθε βήμα είχε τη σημασία του — από το πρώτο προξενιό ως τις τελευταίες ευχές στο γλέντι. Κι είναι αλήθεια πως ο γάμος δεν ήταν υπόθεση των νέων. Συχνά αποφασιζόταν ανάμεσα στον γαμπρό και τον πατέρα της νύφης, με τη φωνή της κοπέλας να μην ακούγεται. Δεν ήταν σπάνιο οι νιόπαντροι να προέρχονται από το ίδιο χωριό, γι’ αυτό και επικρατούσε η παλιά ρήση: «Παπούτσι από τον τόπο σου, κι ας είναι μπαλωμένο.»
Το προξενιό. Αρχή της πορείας του γάμου
Η αρχή γινόταν πάντα με το προξενιό. Ο προξενητής ή η προξενήτρα ήταν άνθρωπος έμπιστος, γνώριμος και των δύο οικογενειών. Ήταν εκείνος που γνώριζε ποιοι νέοι «ήταν καιρός» να παντρευτούν και ποιος είχε σειρά μέσα στα αδέρφια. Με σεμνότητα και τέχνη, πήγαινε στο σπίτι της νύφης για να μεταφέρει την πρόθεση του γαμπρού.
Οι πρώτες κουβέντες γίνονταν με προσοχή. Αν όλα πήγαιναν καλά, ακολουθούσε συνάντηση των οικογενειών, όπου συζητούσαν τα ουσιαστικά, τη συγκατάθεση των γονιών, την προίκα, τις υποχρεώσεις κάθε σπιτιού. Κι όταν όλα συμφωνούνταν, ερχόταν η ώρα να «τελειώσει» η υπόθεση — μια επισημοποίηση που γινόταν, κατά κανόνα, Σάββατο βράδυ.
Τα τελειώματα. Η πρώτη γιορτή και οι ευχές
Στα τελειώματα μαζεύονταν και οι δύο οικογένειες. Ο προξενητής έπαιρνε πρώτος τον λόγο και ανακοίνωνε τον σκοπό της συγκέντρωσης. Ο πατέρας της νύφης έκανε γνωστή την προίκα που θα έδινε κι έπειτα όλοι εύχονταν τα «καλορίζικα». Δεν έλειπαν οι πυροβολισμοί στον αέρα και το πρώτο μικρό γλέντι του αρραβώνα.
Συχνά ακουγόταν και το παλιό ευχετικό τραγούδι:
«Τρία χρυσά γαρίφαλα, σ’ ένα ασημένιο τάσι,
Το αντρόγυνο που γίνεται, να ζήσει, να γεράσει.
Να ζήσει χρόνους εκατό, κι εξάμηνα διακόσια,
Να κάνει γιους μαλάματα και γιους καπεταναίους…»
Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι το ξημέρωμα.
Ο αρραβώνας. Σφράγισμα της συμφωνίας
Ύστερα από αρκετό καιρό, οι οικογένειες συναντιούνταν ξανά για τον αρραβώνα. Αντάλλασσαν δαχτυλίδια, βέρες και δώρα, κάνοντας τον δεσμό ακόμη πιο επίσημο. Έκτοτε οι δύο πλευρές λογαριάζονταν σαν συγγενεμένες.
Οι ετοιμασίες του γάμου
Ο γάμος δεν ήταν υπόθεση μιας ημέρας. Οι προετοιμασίες κρατούσαν ολόκληρη εβδομάδα και συμμετείχε όλο το χωριό. Οι συγγενείς και οι φίλοι βοηθούσαν στα πάντα, από το ζύμωμα ως την προετοιμασία του σπιτιού.
Αν η νύφη ήταν από άλλο χωριό, οι συγγενείς του γαμπρού που θα πήγαιναν να την πάρουν έδιναν ιδιαίτερη σημασία στο ντύσιμό τους, το τραγούδι και τον χορό. Η «επίδειξη» στο ξένο χωριό ήταν μεγάλη υπόθεση, έπρεπε να φανούν αντάξιοι και ευπρεπείς σε κάθε κουβέντα και πράξη.
Τα προζύμια και το μπάλωμα της σίτας
Το απόγευμα της Τετάρτης ξεκινούσαν τα προζύμια, μια τελετουργία γεμάτη κέφι και συμβολισμούς. Ένας ανύπαντρος νέος, κρατώντας τη τσίτσα (ξύλινο δοχείο) στολισμένη με μαντζουράνες και βασιλικό, περνούσε από όλα τα σπίτια και προσκαλούσε κόσμο. Στο μεγαλύτερο δωμάτιο του σπιτιού στρώνονταν βελέντζες. Εκεί περίμεναν τον γαμπρό ή τη νύφη να φέρει το σκαφίδι, τη σίτα και το αλεύρι. Το ποιος θα κοσκίνιζε και ποιος θα ζύμωνε οριζόταν από το τραγούδι:
«Πυκνόσιτα είν’ τ’ αλεύρια,
Σα να φράτα τα προζύμια,
Κι άγουρος η κόρη που τ’ αναπιάνει…
να’ χει μάνα και πατέρα
να’ χει αδέρφια και ξαδέρφια
να’ χει σύγγενο μεγάλο».
Οι χαρές, τα πειράγματα και τα γέλια δεν είχαν τελειωμό. Το «μπάλωμα» της σίτας, δηλαδή τα νομίσματα που ρίχνονταν στο αλεύρι, ήταν αγαπημένο έθιμο. Όλοι έδιναν το δικό τους μπάλωμα κι έτσι το ζύμωμα γινόταν υπό ευχές και πειράγματα. Όταν το ζυμάρι τελείωνε, τα παιδιά κυνηγούσαν τον γαμπρό ή νύφη για να τους λερώσουν με ζυμάρι κι εκείνοι προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Στο τέλος φτιάχνονταν η κουλούρα, που πήγαινε για ψήσιμο.
Τα προικιά της νύφης. Έθιμα και Παραδόσεις
Την Τετάρτη άρχιζε και η έκθεση των προικιών που διαρκούσε ως το πρωί της Παρασκευής. Όλες οι κοπέλες του χωριού έφερναν δώρα στη νύφη και βοηθούσαν στο άπλωμα.
Τραγουδούσαν συχνά:
«Καινούργιος γάμος γίνεται, με γεια του, με χαρά του…
Καινουριος γάμος γίνεται με γεια του με χαρά του
Τον χαίρεται ο πατέρας του , με γεια του με χαρά του
Τον χαίρεται η μάνα του , με γεια του με χαρά του και στ’ άλλα τα παιδιά του».
Οι έμπειρες νοικοκυρές δίπλωναν τα προικιά, τα τοποθετούσαν προσεκτικά στα μπαούλα και τα ετοίμαζαν για το σπίτι του γαμπρού. Αν ο γαμπρός πήγαινε σώγαμπρος, τα προικιά έμεναν στο σπίτι της νύφης.
Όταν έφταναν οι προικιαραίοι για να τα παραλάβουν, έφερναν δώρα και ταυτόχρονα έπαιρναν από την οικογένεια της νύφης άλλα ανταποδοτικά, όπως την κεντημένη κουλούρα και τσίτσα με κρασί. Πάνω στα προικιά καθόταν παιδί 10–12 ετών που δεν κατέβαινε αν δεν το «πλήρωναν» με χαρτονομίσματα. Τα παζάρια αυτά ήταν πάντα χαριτωμένα και γίνονταν μέσα σε γέλια και πειράγματα.
Τέλος, τα προικιά φορτώνονταν στα μουλάρια, σε κάθε καπίστρι έδεναν ένα άσπρο μαντίλι και το καραβάνι ξεκινούσε για το νέο σπιτικό.
Το γλέντι στο σπίτι της νύφης
Σάββατο βράδυ γίνονταν μεγάλο γλέντι στο σπίτι της νύφης. Πρώτη άρχιζε η νύφη και τραγουδούσε:
«Μια Παρασκευή πρωί κι ένα Σάββατο βράδυ,
μάνα με έδιωχνε από το αρχοντικό μας με ξύλο και λιθάρι.
Κι ο πατέρας μου μου λέει και αυτός φύγε.
Φεύγω κλαίγοντας, φεύγω παραπονιώντας
βρίσκω ένα δεντρί ψηλό σαν κυπαρίσσι.
Στέκομαι και το ρωτώ πού πάει το μονοπάτι…»
Άλλοτε η νύφη άρχιζε και το τραγούδι:
«Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα,
ποτέ μην τραγουδήσω
κι απόψε για τις φίλες μου τις πολυαγαπημένες
θα πω τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο.
Θα κάνω τα βουνά να κλαίν’
τους κάμπους να δακρύζουν
θα κάνω και τη μάνα μου γονατιστή να κλαίει…»
Και οι άλλοι απαντούσαν όλοι μαζί:
«Μην κλαις, μην κλαις πουλάκι μου
απόψε και αύριο είσαι εδώ
μετά θα πάμε στον γαμπρό…»
Το γλέντι συνεχιζόταν και την Κυριακή το πρωί οι κοπέλες στόλιζαν τη νύφη και συγχρόνως τραγουδούσαν:
«Άσπρη, κάτασπρη πέρδικα που είχαμε στη γειτονιά μας,
ήρθε ξένος παράξενος, ήρθε και μας την επήρε.
Να μην μας τη μαλώσετε , να μη μας την εδείρετε.
Την είχε η μάνα της μονάχη, την είχε χαϊδεμένη, που την ετάιζε ζάχαρη και την επότιζε μέλι.»
Προετοιμασία του γαμπρού και πομπή προς την εκκλησία
Το ίδιο εορταστικό κλίμα υπήρχε και στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί έντυναν τον γαμπρό και στο τέλος τον ξύριζε ο κουρέας, ενώ τα όργανα έπαιζαν το σχετικό τραγούδι:
«Αργυρό ξυράφι και μαλαματένιο,
τράβα γάλι γάλι σε γαμπρού κεφάλι…»
Ύστερα ο γαμπρός, οι βλάμηδες (φίλοι) και η παρέα με τους οργανοπαίκτες, πήγαιναν και έπαιρναν τον κουμπάρο . Μετά οδηγούνταν όλοι μαζί στην εκκλησία και περιμένανε τη νύφη.
Όταν ο κουνιάδος της νύφης φορούσε τα παπούτσια της νύφης και έπαιρνε και αυτός το πεσκέσι (χρηματικό δώρο) όλοι μαζί με τουφεκιές βάδιζαν προς την εκκλησία. (συνήθως εκεί ο γαμπρός φιλούσε πρώτη φορά τη νύφη) και πιασμένοι χέρι χέρι , κάτω από τον κεντρικό πολυέλαιο της εκκλησίας, του Αγίου Γεωργίου άρχιζε το μυστήριο του γάμου.
Το μυστήριο του γάμου και οι πρώτοι χοροί
Στο μέσο του μυστηρίου, όταν ο παπάς έψελνε «Ησαΐα χόρευε», όλοι οι παρευρισκόμενοι και οι καλεσμένοι στόχευαν τα νιόγαμπρα, πετώντας ρύζι και άσπρα κουφέτα. Αφού τελείωνε το μυστήριο, τα στέφανα αφαιρούνταν και οι νεόνυμφοι, μαζί με τους κουμπάρους, τους στενούς συγγενείς και τους καλεσμένους, κατευθύνονταν στον περίβολο της εκκλησίας για τον χορό.
Πρώτη χόρευε η νύφη, ακολουθούσε ο γαμπρός, οι γονείς της νύφης και του γαμπρού και μετά οι υπόλοιποι συγγενείς. Κατά τη διάρκεια του χορού, οι στενοί συγγενείς συνήθιζαν να κερνάνε με χρήματα τους οργανοπαίχτες — το βιολί, το κλαρίνο, το σαντούρι και την κιθάρα — ως ένδειξη χαράς και ευγνωμοσύνης. Για πολλά χρόνια, στο χωριό μας έρχονταν η ορχήστρα του ξακουστού, αείμνηστου βιολιστή Καραμέρη, κατοίκου Καρπενησίου.
Η διάρκεια του χορού στον περίβολο της εκκλησίας ήταν συνήθως μικρή, καθώς στη συνέχεια όλοι κατευθύνονταν στο σπίτι του γαμπρού, συνοδευόμενοι από τους οργανοπαίχτες. Καθώς πλησίαζαν, τραγουδούσαν για τη νύφη:
«Αυτού που ζύμωσες να μπεις, ήλιος φεγγάρι να φανείς».
Για το σπίτι τραγουδούσαν:
«Παραθυράκια μου χρυσά, παρμάκια μου ασημένια, δεχτείτε τη νυφούλα μας που έρχεται από το ξένα».
Και τέλος, για την πεθερά:
«Εύγα κυρά και πεθερά, για να δεχτείς την πέρδικα, να δεις πως περιπατεί, πως περιπατεί λεβέντικα, έχει τη μέση της λιανή σαν το καθάριο το γυαλί, έχει και το κορμάκι της σαν κυπαρίσσι ψηλωτό».
Η υποδοχή της νύφης. Συμβολισμοί και Λαϊκή Παράδοση
Μόλις η νύφη έμπαινε στην αυλή του σπιτιού του γαμπρού, πριν προλάβει να περάσει την είσοδο, ανεβασμένη σε άλογο ή σε μουλάρι, προσκυνούσε τρεις φορές προς την ανατολή και τρεις προς τη δύση. Έπινε λίγο κρασί από την τσίτσα και έκοβε στο κεφάλι της την προβέντα — μια κουλούρα κεντημένη και στολισμένη με λουλούδια, κουφέτα και νομίσματα — την οποία μοίραζε πετώντας κομμάτια πρώτα στα κεραμίδια της στέγης, στην πεθερά, στον κουμπάρο και στον γαμπρό και στη συνέχεια προς όλα τα σημεία, ενώ οι καλεσμένοι έσπευδαν να τα πιάσουν.
Ταυτόχρονα, η νύφη πετούσε τρία κόκκινα μήλα και τρία ρόδια, στολισμένα με λουλούδια και νομίσματα, συγκεκριμένα προς το σπίτι, τον γαμπρό και την πεθερά, ενώ οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν με το στόμα το τραγούδι: «Παίζω μήλο, παίζω ρόιδο».
Η υποδοχή της νύφης από τη μάνα του γαμπρού ήταν συνδεδεμένη με πολλά έθιμα, στα οποία πρωταρχικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι καρποί και τα φρούτα, ως φορείς αγαθών για το νέο της σπιτικό. Πριν όμως η νύφη ξεπεζέψει, έπρεπε να προηγηθεί το τάξιμο του πεθερού, αλλιώς δεν κατέβαινε.
Το τάξιμο του πεθερού
Οι καλεσμένοι χωριανοί συνήθιζαν να προκαλούν τον πεθερό, λέγοντάς του με πειραχτική διάθεση: «Τάξε, τάξε, τάξε!», γιατί αλλιώς η νύφη δεν κατέβαινε από το άλογο. Ο πεθερός, με δυνατή φωνή ώστε να ακούσουν όλοι οι καλεσμένοι, έταζε συνήθως ένα από τα χωράφια στη νύφη, μια υπόσχεση που στην παλιά εποχή είχε ισχύ συμβολαίου. Μόλις ολοκληρωνόταν το τάξιμο, ο πεθερός κατέβαζε τη νύφη από το άλογο και όλοι προχωρούσαν μαζί προς το σπίτι, για να ξεκινήσει η συνέχεια των γαμήλιων τελετουργιών.
Η κληματόβεργα του κουμπάρου
Προτού μπει η νύφη μέσα στο σπίτι, ο κουμπάρος έπαιρνε ένα μεγάλο μαχαίρι και μπροστά σε όλους, στο επάνω μέρος της πόρτας, έκοβε μια κληματόβεργα σε πολλά μικρά κομμάτια. Ενώ τα έκοβε, τον ρωτούσαν: «τι κόβεις κουμπάρε;» αυτός απαντούσε: «κόβω τα χούγια, τα ελαττώματα της πεθεράς και της νύφης, για να έχουν μια ζωή αρμονική!» Η κληματόβεργα, συμβόλιζε τη ζωή και τη γονιμότητα, καθάριζε τα κακά σημεία και ευχόταν στο ζευγάρι μια ζωή γεμάτη ευτυχία και καλή συμβίωση.
Μέλι και καρύδια. Η υποδοχή της νύφης από την πεθερά.
Μετά έρχονταν η πεθερά με μια κούπα γλυκό μέλι με καρύδι και τάιζε τη νύφη για να είναι αρμονικές οι σχέσεις. Η στιγμή που η πεθερά τάιζε τη νύφη με μέλι αποτελούσε από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα του γάμου. Το μέλι, σύμβολο γλυκύτητας, ευφορίας και καλής τύχης, δεν ήταν απλώς μια γεύση, ήταν ευχή.
Μόλις η νύφη έμπαινε στο κατώφλι του νέου της σπιτιού, η πεθερά την υποδεχόταν κρατώντας μια μικρή κούπα με μέλι, ανακατεμένο με καρύδι, για να «δέσει» ο γάμος όπως δένει και το καρύδι με το μέλι. Με ένα κουτάλι η πεθερά τάιζε τη νύφη μπροστά σε όλους, λέγοντας συνήθως λόγια ευλογίας ή μια απλή ευχή:
«Γλυκιά να ’ναι η ζωή σας, όπως είναι και το μέλι.»
Το έθιμο αυτό είχε διπλή σημασία. Από τη μια, εξέφραζε τη διάθεση της πεθεράς να δεχτεί τη νύφη στο σπίτι της με καλοσύνη και καλή καρδιά. Από την άλλη, λειτουργούσε συμβολικά ως «πέρασμα» της νύφης στο νέο της σπιτικό, με την ελπίδα πως οι σχέσεις μέσα στο σπίτι θα είναι αρμονικές, χωρίς πίκρες και αντιπαλότητες.
Ήταν μια πράξη τρυφερότητας αλλά και δέσμευσης. Για τη νύφη, το μέλι ήταν η πρώτη γεύση του νέου της σπιτιού , γλυκιά, προστατευτική και γεμάτη ευχές. Για το χωριό ήταν η επίσημη δήλωση ότι το νέο ζευγάρι ξεκινούσε τη ζωή του με μέλι και καλοτυχία.
Από το σίδερο στη χαρά. Το γλέντι στην αυλή
Ύστερα, οι νεόνυμφοι έμπαιναν στο σπίτι, περνώντας πάνω από ένα σίδερο για να γίνουν «σιδερένιοι» και γεροί. Εκεί τους κερνούσαν και τραγουδούσαν διάφορα γαμήλια τραγούδια, γεμίζοντας το σπίτι με χαρά και ευχές.
Στη συνέχεια, όλοι βγαίνανε στην αυλή, όπου οι οργανοπαίχτες ήταν έτοιμοι για να ξεκινήσει ο χορός. Πρώτοι χόρευαν η νύφη, ο γαμπρός, ο κουμπάρος και οι γονείς των νεονύμφων, με τους ήχους των λαϊκών οργάνων και συνοδεία του τραγουδιού που ακούγεται ακόμα και σήμερα.
«Ωραία είναι η νύφη μας, ωραία τα προικιά της,ωραία και η παρέα της που κάνει τη χαρά της.Χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξαν τη νύφη,ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο κεράσι.Το αντρόγυνο που γίνεται, να ζήσει να γεράσει.Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στη δεκάρα,να ζήσει η νύφη και ο γαμπρός, κουμπάρος και κουμπάρα.Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο λεμόνιΝα ζήσει η νύφη και ο γαμπρός και οι συμπεθέροι όλοι».
Η στιγμή αυτή συνέδεε τους νεόνυμφους με την οικογένεια και την κοινότητα, ενώ οι ήχοι και τα τραγούδια γέμιζαν την αυλή με ζωντάνια και χαρά, όπως συνέβαινε σε όλους τους γάμους του χωριού εκείνα τα χρόνια.
Το γαμήλιο τραπέζι
Στη συνέχεια, χόρευαν όλοι οι καλεσμένοι, προλαβαίνοντας μέχρι να γίνουν τα φαγητά και να ετοιμαστεί το τραπέζι. Το τραπέζι ετοιμαζόταν είτε μέσα στο σπίτι, αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις είτε έξω στην αυλή ή σε κάποιο επίπεδο ανοιχτό μέρος. Στη γαμήλια τελετή συμμετείχε όλο το χωριό και κανένας άνθρωπος δεν έμενε παραπονεμένος. Ευλογία Θεού θεωρούσαν τον γάμο στο χωριό. Στα έξοδα του τραπεζιού, εν μέρει συμμετείχαν και οι καλεσμένοι. Ο καθένας για το τραπέζι του γάμου θα έστελνε προβέντα ή ένα κομμάτι κρέας, συνήθως από γίδα ή προβατίνα, μια τσίτσα κρασί, μια πίτα και μια κουλούρα ψωμί κεντημένη. Όλα αυτά τα πήγαιναν συνήθως το Σάββατο το πρωί, για να ετοιμαστούν την Κυριακή. Όσο για τα σερβίτσια, γινόταν γενική συγκέντρωση, καθώς πιάτα, καπάκια, ταψιά, κουτάλια, πιρούνια, όλα χρησιμοποιούνταν για τον γάμο.
Τα φαγητά που μαγείρευαν συνήθως μέσα σε καζάνια για τον γάμο ήταν στιφάδο, κρέας με μακαρόνια, κρέας με ρύζι, κρέας με πατάτες, κρέας με κριθαράκι και πολλά ψητά στη σούβλα που συμπλήρωναν το μενού. Πολλά ήταν και τα έθιμα σχετικά με το τραπέζι του γάμου. Το πιο εντυπωσιακό από όλα ήταν του νονού.
Το πεσκέσι του νουνού (νονού). Δώρα και τελετουργία
Το πεσκέσι, το δώρο του νουνού, ήταν το ψητό αρνί που πήγαινε ο νονός, αφού το στόλιζαν με λουλούδια, του έβαζαν στο στόμα μία βέργα από κλίμα με σταφύλι και του κρεμούσαν κύπρια και κουδούνια. Το έφερναν στο τραπέζι με πομπή και φωνές, μεταμφιεσμένοι σε δραγάτες (αγροφύλακες) οι πιο κωμικοί του χωριού.
Το θηρίο, όπως το παρουσίαζαν, έλεγαν ότι είχε έρθει στο χωριό και είχε κάνει ανυπολόγιστες καταστροφές. Αυτοί που το έπιασαν ζητούσαν να βρουν τον αφέντη του θηρίου για να πληρώσει τις ζημιές. Ύστερα από συζητήσεις και αναζητήσεις, βρίσκονταν αφέντης που δεν ήταν άλλος από τον νονό. Αυτός υπόσχονταν να πληρώσει όλες τις ζημιές και έδινε τη συγκατάθεσή του να κομματιάσουν το θηρίο. Για την εκτέλεση του κομματιάσματος παρουσιαζόταν άλλο εμπόδιο. Δεν έκοβαν τα μαχαίρια. Έτσι άρχιζαν οι παρακλήσεις στους προσκαλεσμένους να δώσουν, αν είχαν, κανένα ακόνι για να τροχίσουν τα χατζάρια, ώστε να κομματιάσουν το θηρίο που είχε κάνει την καταστροφή στο χωριό.
Οι χωριανοί, για να απαλλαγούν από το θηρίο, έστελναν τα ακόνια τους με μια ανακοίνωση ότι το ακόνι το έφεραν από την Πόλη (Κωνσταντινούπολη) ή το είχαν από τον παππού ή από κάποιο μεγάλο εργοστάσιο και πρόκειται για εκλεκτό ακόνι. Ανάλογα με την αξία που είχε το ακόνι, το διαφήμιζαν και προσπαθούσαν να κομματιάσουν το αρνί. Προχωρούσε λίγο το χατζάρι, έκοβε λίγο κρέας αλλά πάλι «στόμωνε». Δεν έκοβε και ζητούσαν επειγόντως ακόνι ακόμη καλύτερης ποιότητας, που πρόθυμα πρόσφεραν οι καλεσμένοι, ενώ τα κορίτσια τραγουδούσαν το σχετικό τραγούδι.
«Του νουνού μας το πεσκέσιαπ’ την Πόλη είναι φιρμένουκαι στη Σύρα διαβασμένο…»
«(Ε)πιστρόφια». Το τελετουργικό της επιστροφής της νύφης
Το ψητό τελικά κομματιάζονταν, τα ακόνια τα μοιράζονταν αυτοί που έπιασαν το θηρίο και στη συνέχεια ακολουθούσε το σερβίρισμα. Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, με τα ασταμάτητα γέλια, τον ενθουσιασμό, τις χαρούμενες φωνές, τα τραγούδια της τάβλας, την κρασοκατάνυξη, το τουφεκίδι που ακούγονταν και τα πιστόλια, αλλά και με τους χορούς με τα όργανα ως το πρωί, το γλέντι και το ξεφάντωμα του χωριού έφταναν σιγά-σιγά στο τέλος τους.
Συνήθως, η γαμήλια διασκέδαση έκλεινε με το τραγούδι «Αϊδονάκι», που το έπαιζε με το βιολί ο διευθύνων της ορχήστρας «Καραμέρης». Παρ’ όλα αυτά, η χαρά δεν σταματούσε πάντα εκεί, συχνά η διασκέδαση συνεχιζόταν και την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα το βράδυ. Ο γαμπρός έστελνε στο σπίτι του πεθερού του αρνί, πίτα, κρασί και αφού έπαιρνε τη νύφη και στενότερους συγγενείς και φίλους, πήγαινε εκεί, όπου όλοι μαζί διασκέδαζαν μέχρι τα βαθιά χαράματα. Αυτό το ονόμαζαν (ε)πιστρόφια.
Αγνότητα της νύφης. Παραδοσιακό έθιμο γάμου
Η πεθερά από την πλευρά της περίμενε με ανυπομονησία να έρθει η Τρίτη, για να διαπιστώσει η ίδια την αγνότητα και την πρώην εντιμότητα της νύφης. Από το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα εξαρτιόνταν η καλή ή η κακή συμβίωση πεθεράς και νύφης.
Κλείσιμο
Όλα τα στάδια του γάμου, κάθε έθιμο και κάθε μικρή τελετουργία, έδιναν ζωή και νόημα στην ένωση του ζευγαριού. Από την είσοδο της νύφης και τα δώρα της, μέχρι τους χορούς και τα τραγούδια στην αυλή, κάθε στιγμή ήταν γεμάτη χαρά, αγάπη και συμβολισμούς που κρατούσαν ζωντανή την παράδοση. Ο γάμος στο χωριό μας δεν ήταν μόνο γιορτή για το ζευγάρι. Ήταν γιορτή για όλη την κοινότητα, για όλους όσοι συμμετείχαν, για τη συνέχεια των εθίμων και για την ελπίδα ότι η νέα οικογένεια θα ζήσει με υγεία, ευτυχία και αρμονία.
Η Μυρίκη, εξαμηνιαία εφημερίδα – Όργανο του Εξωραϊστικού-Αλληλοβοηθητικού Συλλόγου «Ο Άγιος Γεώργιος Μυρίκης Ευρυτανίας», τεύχ. 4, 2002.