Η αγροτική ζωή της Μυρίκης: Πώς ζούσαν οι άνθρωποι στα ορεινά της Ευρυτανίας (ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ)
Η αγροτική ζωή στην ορεινή Μυρίκη δεν υπήρξε ποτέ εύκολη υπόθεση. Οι κάτοικοι του χωριού, περικυκλωμένοι από πυκνά ελατοδάση και ψηλά βουνά, αντιμετώπιζαν καθημερινά το κρύο, τα χιόνια και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες. Ο χρόνος που επέτρεπαν οι εποχές για τις καλλιέργειες ήταν περιορισμένος και τα μέσα λιγοστά· ωστόσο, η ανάγκη και η επιμονή τούς οδήγησαν να αξιοποιούν κάθε σπιθαμή γης.
Με τα πόδια ή με τη βοήθεια μουλαριών και γαϊδουριών, ανηφόριζαν και κατηφόριζαν δύσβατα μονοπάτια για να φτάσουν στα χωράφια τους. Περνούσαν απέναντι στις πλαγιές και στα βουνά, εργάζονταν από το πρωί ως το βράδυ και επέστρεφαν κουρασμένοι αλλά με την αίσθηση πως η γη είχε και πάλι φροντιστεί. Τίποτα δεν περίσσευε. Κάθε καρπός και κάθε σοδειά είχαν πίσω τους κόπο και μόχθο.
Μέσα στις απαιτήσεις της ορεινής φύσης, η αγροτική καθημερινότητα της Μυρίκης δεν ήταν μόνο αγώνας για επιβίωση αλλά ένας τρόπος ζωής άρρηκτα δεμένος με τη γη και τον κύκλο των εποχών.
ΥΠΟΕΝΟΤΗΤΑ Τα κονάκια
Τα κονάκια ήταν πρόχειρα, προσωρινά καταλύματα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι της Μυρίκης όταν κατέβαιναν με τα κοπάδια τους για να ξεχειμωνιάσουν από το χωριό, στον κάμπο της Φθιώτιδας ή της Αιτωλοακαρνανίας. Η κάθοδος γινόταν συνήθως κοντά στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου και η επιστροφή στη Μυρίκη κοντά στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Παράλληλα, τα κονάκια αποτελούσαν τις προσωρινές κατοικίες όσων αναγκάζονταν να φύγουν μακριά από το χωριό για μεροκάματο, κυρίως την εποχή της συγκομιδής της ελιάς στους ίδιους κάμπους.
Δεν επρόκειτο για κανονικά σπίτια αλλά για απλές, πρόχειρες κατασκευές, φτιαγμένες με ό,τι υλικό πρόσφερε η φύση και ο τόπος. Στήνονταν συνήθως κοντά στα χωράφια όπου δούλευαν και κατασκευάζονταν από άχυρα, κλαδιά ελάτου, ξύλα και χώμα. Η στέγη ήταν χαμηλή, ώστε να κρατά όσο το δυνατόν περισσότερη ζέστη ενώ το εσωτερικό ήταν λιτό: λίγα στρωσίδια, κουβέρτες και τα απολύτως απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωση.
Εκεί έμεναν άντρες και γυναίκες του χωριού για μέρες ή και εβδομάδες, όσο διαρκούσε η δουλειά. Τα κονάκια δεν πρόσφεραν άνεση, πρόσφεραν όμως προστασία από το κρύο και τη βροχή και κυρίως, τη δυνατότητα στους ανθρώπους να βρίσκονται κοντά στον μόχθο τους. Αποτέλεσαν σύμβολο μιας σκληρής ζωής, βασισμένης στην ανάγκη, την αντοχή και την επιμονή.
ΥΠΟΕΝΕΟΤΗΤΑ Τα αμπέλια
Τα αμπέλια της Μυρίκης – περιοχή Αγίας Παρασκευής
Στη νότια πλευρά του χωριού, στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής, απλώνονταν τα περισσότερα αμπέλια της Μυρίκης, πηγή ζωής και εισοδήματος για τους κατοίκους. Κάθε άνοιξη, οι γεωργοί σκαλίζανε τα κτήματα, φροντίζοντας τις κληματίδες με βλαστολόγημα και κοτσοκορφήματα, εξασφαλίζοντας υγιή ανάπτυξη και πλούσιο καρπό. Με την έλευση του φθινοπώρου, ο τρύγος γινόταν με μεράκι. Τα σταφύλια συλλέγονταν στα μεγάλα κοφίνια – τις κόφες – και μεταφέρονταν στα σπίτια, όπου ακολουθούσε η παρασκευή μούστου, κρασιού και τσίπουρου. Η διαδικασία αυτή, παλιά και μελετημένη, συνέδεε την κοινότητα με τη γη της και διατηρούσε ζωντανή την παράδοση των αμπελουργών της Μυρίκης.
ΥΠΟΕΝΟΤΗΤΑ Τα σιτηρά
Η καλλιέργεια σιτηρών στη Μυρίκη
Στα χωράφια της Μυρίκης, η καλλιέργεια σιτηρών ήταν κομμάτι της καθημερινής ζωής. Σχεδόν παντού γύρω από τον δρόμο που ένωνε το Καρπενήσι με το χωριό, αλλά και στις περιοχές του Αη Λια, στα χωράφια προς τον Νεραϊδοβούνη και σε άλλες εκτάσεις, οι κάτοικοι φύτευαν σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι και βρόμη για να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Η παραγωγή ήταν κυρίως για προσωπική κατανάλωση, καθώς η κοινότητα στηριζόταν στην αυτάρκεια και στη συλλογική προσπάθεια. Οι εργασίες στο χωράφι, από το όργωμα και τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή, ήταν μια διαδικασία που ένωνε τις οικογένειες και διατήρησε ζωντανή την παράδοση της αγροτικής ζωής της Μυρίκης για πολλές γενιές.
ΥΠΟΕΝΕΟΤΗΤΑ Ο κύκλος του σιταριού
Η σπορά και το θέρισμα στη Μυρίκη
Την εποχή εκείνη, γύρω στον Οκτώβριο, οι πρόγονοί μας ξεκινούσαν τη σπορά των δημητριακών, σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι και βρόμη, στα λιβάδια και στα ξερικά χωράφια. Η σπορά δεν ήταν απλή δουλειά· ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία.
Ο γεωργός, με τα ζώα του – μουλάρια ή άλογα – και τον σπόρο στα χέρια, έβγαζε τον σκούφο του και στραμμένος προς την ανατολή, ξεκινούσε την εργασία. Κάθε σπιθαμή γης έπρεπε να εκμεταλλευτεί, με την ελπίδα ότι ο χειμώνας θα ήταν ήπιος, οι βροχές Απρίλιο και Μάιο σωστές και ότι τον Ιούλιο, τον Αλωνάρη, τα στάχυα θα μεστωθούν για να αρχίσει το θέρισμα.
Η οικογένεια πήγαινε από νωρίς στο χωράφι, μαζί και τα μικρά παιδιά. Τα μωρά έμπαιναν σε αυτοσχέδιες κούνιες δεμένες σε πλατάνια ή έλατα και τα φρόντιζαν τα μεγαλύτερα παιδιά υπό την επίβλεψη της μάνας. Το θέρισμα στα σιτοχώραφα ξεκινούσε με τα νέα κορίτσια που έβγαιναν με το δρεπάνι για να θερίσουν τα πρώτα χερόβολα και ύστερα τα πρώτα δεμάτια.
Όταν το θέρισμα τελείωνε, τα δεμάτια μεταφέρονταν στα αλώνια, όπου σχημάτιζαν μεγάλες θημωνιές, σαν μικρά αχυρένια κάστρα, περιμένοντας τη σειρά τους για το αλώνισμα.
Το αλώνισμα, το σάλωμα, η τσοκλιάστρα
Το αλώνισμα αποτελούσε την κεντρική διαδικασία ξεκαρπίσματος στο χωριό. Τα προϊόντα – σιτάρι, κριθάρι, βρόμη και σίκαλη – περνούσαν από πολλές φάσεις. Η σίκαλη πρώτα στουμπιζόταν και ξεδιαλεγόταν για να παραχθεί το σάλωμα που ήταν απαραίτητο τόσο για τα δεσίματα όσο και για τις παραδοσιακές κατασκευές, ενώ το υπόλοιπο που απέμενε η τσοκλιάστρα, αλωνιζόταν για να γίνει άχυρο. Τα ζώα, πάντα φρεσκοπεταλωμένα, περιφέρονταν γύρω από το αλώνι, καθοδηγούμενα με τα ειδικά εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι γεωργοί.
Τα αλώνια και οι περιοχές τους
Τα αλώνια της Μυρίκης ήταν πολλά και πετρόστρωτα, σκορπισμένα σε διάφορα σημεία του χωριού. Κάθε οικογένεια που είχε επίπεδο χώρο έφτιαχνε το δικό της αλώνι και πολλές φορές αυτά τα σημεία έγιναν γνωστά με τα ονόματα των ιδιοκτητών ή των περιοχών, δίνοντας ταυτόχρονα την ονομασία τους στις γύρω τοποθεσίες.
Επιλέγονταν πάντα σημεία όπου φυσούσε ο αέρας, απαραίτητο για το λίχνισμα μετά το αλώνισμα και η φροντίδα που έδειχναν οι κάτοικοι σε κάθε αλώνι αντικατόπτριζε τη σημασία της συγκομιδής για τη ζωή και την αυτάρκεια του χωριού.
Τα σύνεργα του αλωνίσματος
Κατά τη διαδικασία του αλωνίσματος χρησιμοποιούνταν ειδικά εργαλεία:
Καμουτσίκι: Μπαστούνι με δερμάτινο σχοινί ή μεγάλη λούρα για να καθοδηγούν τα ζώα.
Δικούλι (ή τρικούλι): Ξύλινο ή σιδερένιο τρίγωνο για να γυρίζει το αλωνισμένο προϊόν ή να βοηθά στη συγκομιδή σανού.
Ξυλόφτυαρο: Για το πέταγμα του καρπού στον αέρα, στο λίχνισμα.
Ρεμόνι ή κόσκινο: Μεγάλο τετράγωνο ή στρογγυλό κόσκινο για ξεχώρισμα καρπού από μπουχό.
Αγκούτσα και στροερός: Σχοινιά και στύλοι για να συγκρατούν και να οδηγούν τα ζώα γύρω από το αλώνι.
Στα μεγάλα αλώνια δούλευαν δύο ή τρία ζώα μαζί, συνδεδεμένα με θηλιές. Όταν άλλαζε η φορά του αλωνίσματος, τα ζώα αποσυνδέονταν, γυρίζονταν και επανασυνδέονταν, συνεχίζοντας τον κύκλο.
Το λίχνισμα και το ρεμόνισμα
Μετά το αλώνισμα, ο καρπός και ο μπουχός (το λιώμα) ξεχώριζαν με το λίχνισμα και το ρεμόνισμα, πάντα στο αλώνι και μόνο όταν φυσούσε αέρας. Αν δεν φυσούσε, οι γεωργοί περίμεναν υπομονετικά.
Δίπλα στον αλίχνιστο σωρό στήνονταν το δικούλι και στη μεσαία διχάλα του περνούσαν τη θηλιά του ρεμονιού. Ένας γεωργός κρατούσε απέναντι το ρεμόνι και το κούναγε πέρα-δώθε, ενώ ο άλλος γέμιζε το ρεμόνι με καρπό. Με το κούνημα, ο καρπός έπεφτε στ’ αλώνι, ο μπουχός σηκωνόταν με τον αέρα και μέσα στο ρεμόνι έμεναν τα ξεχωρίδια.
Αποθήκευση και χρήση του σιτηρού
Ο καρπός ζυγιζόταν. Λίγες οκάδες κρατιούνταν για καθημερινές ανάγκες για τραχανά και χυλοπίτες, ενώ το υπόλοιπο σιτάρι τοποθετούνταν σε πάνινα σακιά. Τα σακιά μεταφέρονταν με τα ζώα – μουλάρι, άλογο ή γάιδαρο – στο σπίτι και φυλάσσονταν στα ξύλινα αμπάρια.
Το άχυρο για τα ζώα τον χειμώνα μεταφερόταν στον αχυρώνα κοντά στο σπίτι. Χρησιμοποιούνταν είτε μεγάλα σακιά από λινάτσα είτε τα βριζόμια ή βριζόνια – τα βριζόμια ήταν παραδοσιακός τρόπος δεσίματος του άχυρου. Το όνομα βριζόμι φαίνεται ότι είναι ευρυτανικό, ενώ σε άλλες περιοχές συναντιούνται διαφορετικές ονομασίες, όπως γεργόθι, αργάθο, ουργούθας ή ακόμα χαράρι και χαράδι από το τουρκικό χαράρ.
Το σιτάρι, η σίκαλη και το καλαμπόκι προορίζονταν για τη διατροφή των ανθρώπων, ενώ το κριθάρι και η βρόμη έτρεφαν τα ζώα – και σε περιόδους πείνας, τρεφόταν και ο άνθρωπος με αυτά. Κατά διαστήματα, τα δημητριακά αυτά πήγαιναν στον μύλο για να αλεστούν, εξασφαλίζοντας το αλεύρι για το χωριό και την οικογένεια.
Η Μυρίκη, εξαμηνιαία εφημερίδα – Όργανο του Εξωραϊστικού-Αλληλοβοηθητικού Συλλόγου «Ο Άγιος Γεώργιος Μυρίκης Ευρυτανίας», τεύχ. 9, 2005.