Πάσχα. Έθιμα και παραδόσεις της ορεινής Ευρυτανίας
Η μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη
Στο χωριό μας, η μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη γινόταν με αργό και απρόβλεπτο τρόπο, λόγω του υψομέτρου. Ταυτόχρονα σηματοδοτούσε την έναρξη της μεγάλης γιορτής του Πάσχα. Οι χειμωνιάτικες και οι πρώτες ανοιξιάτικες μέρες, συνυφασμένες με την πίστη και τα τοπικά έθιμα, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα προσμονής για τις γιορτές που θα έφερνε η άνοιξη.
Η Μεγάλη Εβδομάδα και η Ανάσταση του Λαζάρου
Η Μεγάλη Εβδομάδα ξεκινούσε με την Ανάσταση του Λαζάρου. Τα παιδιά περιδιάβαιναν το χωριό κρατώντας καλάθια στολισμένα με λουλούδια και γεμάτα αυγά, ψάλλοντας τα κάλαντα και παίρνοντας ως αντάλλαγμα αυγά, καρύδια ή χρήματα. Οι επισκέψεις στην εκκλησία ήταν καθημερινές, με τον χώρο στολισμένο σε πένθιμα μοβ χρώματα, σε αρμονία με τα ιερατικά ρούχα του παπά. Η συμμετοχή των μικρών παιδιών στο πασχαλινό κλίμα πρόσθετε ζωντάνια στις γειτονιές του χωριού, γεμίζοντας τις αυλές και τα σοκάκια με χαμόγελα, χρώματα και μια γλυκιά προσμονή για τις μέρες της μεγάλης γιορτής.
.
Μεγάλη Τετάρτη
Την Μεγάλη Τετάρτη, κατά το ευχέλαιο των παιδιών, τα μικρά παιδιά τοποθετούνταν κάτω από το πετραχήλι του παπά και λάμβαναν ευχές και ευλογία με λάδι στο μέτωπο. Η στιγμή αυτή, απλή και ταυτόχρονα βαθιά συγκινητική, ένωνε την πίστη με την καθημερινή ζωή του χωριού.
Τα έθιμα της Μεγάλης Πέμπτης
Την Μεγάλη Πέμπτη βάφονταν τα αυγά κόκκινα· τα αυγά που ανήκαν σε οικογένειες με πένθος βάφονταν σε σκούρα χρώματα, μόνιμα. Ένα έθιμο που συνόδευε την ημέρα αυτή ήταν η τοποθέτηση ενός αυγού στο εικονοστάσι και το κάψιμο του παλιού, κίνηση με συμβολικό χαρακτήρα που συνέδεε την ανανέωση με την πνευματική καθαρότητα.
Τη Μεγάλη Πέμπτη τον βράδυ, ετοιμαζόταν από τις γυναίκες του χωριού και ο Επιτάφιος ο οποίος στολιζόταν με λουλούδια του αγρού ή με το αγαπημένο φυτό των χωριανών, τα δακράκια, όταν ήταν διαθέσιμα. Αυτή η φροντίδα και η κοινή μέριμνα για τον στολισμό έδινε στο χωριό μια αίσθηση κοινότητας.
Η Μεγάλη Παρασκευή
Τη Μεγάλη Παρασκευή, το χωριό άλλαζε όψη. Οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να πλύνουν άσπρα ρούχα εκείνη την ημέρα, αντι αυτού από νωρίς το πρωί, κρεμούσαν στις αυλές κόκκινες βελέντζες, ένα παλιό έθιμο που συμβόλιζε το πένθος της ημέρας. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι, ο κόσμος μαζευόταν σιωπηλά στην εκκλησία.
Με ευλάβεια ξεκινούσε η περιφορά του Επιταφίου. Η πομπή κατηφόριζε μέχρι την κεντρική πλατεία και ύστερα επέστρεφε πίσω μέσα σε ένα τοπίο όπου ολόκληρο το χωριό φωτιζόταν μόνο από κεριά. Εκεί, μπροστά σε όλους, ακουγόταν η γνωστή στιχομυθία ανάμεσα στον παπά και τον ψάλτη:
— «Ἄρατε πύλας, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.»
— «Καὶ τίς ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;»
— «Κύριος κραταιός καὶ δυνατός… αὐτὸς ἐστίν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.»
Μετά την τελευταία απάντηση οι πόρτες του ναού άνοιγαν, ο Επιτάφιος σηκωνόταν ψηλά και όλοι, μικροί και μεγάλοι, περνούσαν από κάτω κάνοντας τον σταυρό τους, όπως έκαναν οι παλιοί. Κι έτσι τελείωνε το τελετουργικό, απλά και σεμνά, όπως το ζούσε πάντα το χωριό.
Το Σάββατο της Ανάστασης και τα Πυροφάνια
Στο χωριό, το Μεγάλο Σάββατο είχε πάντα μια δική του ξεχωριστή ατμόσφαιρα. Ήταν η μέρα που όλοι περίμεναν, γεμάτη προετοιμασία και μια σιωπηλή ανυπομονησία για το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Το Σάββατο της Ανάστασης, η καμπάνα χτυπούσε στις τέσσερις το πρωί. Χωρίς φωτισμό στους δρόμους, οι χωριανοί κατασκεύαζαν πυροφάνια από ρετσίνι, το οποίο λιώνανε και εμποτίζανε σε ύφασμα για να δημιουργήσουν φωτεινές δάδες. Τα πυροφάνια φώτιζαν τη νύχτα και άναβαν τον δρόμο των πιστών προς την εκκλησία.
Μετά την Ανάσταση, οι οικογένειες έπαιρναν φως για να κάνουν μαύρο σταυρό πάνω από τις πόρτες τους, ως ευλογία. Η φλόγα των πυροφανιών άφηνε στα στενά δρομάκια μια μαγική, σχεδόν παραμυθένια εικόνα, που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων συμμετείχαν. Τα πυροφάνια, ήταν μια απλή, αλλά χαρακτηριστική εικόνα της ημέρας, όπως τη ζούσαν οι παλιοί κάθε χρόνο.
Κυριακή του Πάσχα
Από νωρίς το πρωί, όλο το χωριό είχε ξυπνήσει και οι αυλές γέμιζαν κίνηση και μυρωδιές. Οι άντρες ετοίμαζαν τις σούβλες με τα αρνιά, τα κατσίκια και τα κοκορέτσια, άναβαν τα κάρβουνα και ξεκινούσαν το ψήσιμο, ενώ οι γυναίκες καταπιάνονταν με τις πίτες, τα ψωμιά και όλα τα φαγητά που θα συνόδευαν το πασχαλινό γλέντι. Ήταν μια μέρα γεμάτη φασαρία αλλά και χαρά αφού όλοι ήξεραν πως όλη αυτή η προετοιμασία θα οδηγούσε στις στιγμές της γιορτής και της διασκέδασης.
Το απόγευμα, μετά την εκκλησία, συγκεντρώνονταν όλοι στο προαύλιο για μικρό πανηγύρι, όπου νέοι και νέες χόρευαν ρουμελιώτικους χορούς υπό τους ήχους φλογέρας ή με τα τραγούδια τους, ενώ οι γέροντες παρακολουθούσαν καθισμένοι γύρω από τα πεζούλια. Οι άνδρες, κυρίως οι πιο ηλικιωμένοι, φορούσαν τις άσπρες φουστανέλες τους, ενώ οι γυναίκες ντύνονταν με τα καλύτερα μακριά ρούχα τους, υφαντά με κεντήματα στο μπούστο και στον ποδόγυρο, χρυσοκέντητες ποδιές και μαντήλες στο κεφάλι. Οι ανύπαντρες φόραγαν λευκές μαντήλες, οι παντρεμένες κλαρωτές με λουλούδια και οι χήρες μαύρες· ένας διακριτός συμβολικός διαχωρισμός που μαρτυρούσε την παράδοση και την κοινωνική θέση των γυναικών. Κι έτσι περνούσε το Πάσχα στη Μυρίκη, με πίστη, γλέντι και έθιμα που κρατούσαν ζωντανή την παράδοση.
Σακκάς, Ι. (2007), Το χωριό μου Μυρίκη μέσα στα απόρρηκτα και δενδροσκεπή ευρυτανικά βουνά, αυτοέκδοση, Καρπενήσι.