ΦΩΤΙΣΜΟΣ
- Εσωτερικός φωτισμός
Ο φωτισμός στο μυρικιώτικο σπίτι
Ο φωτισμός στο εσωτερικό του μυρκιώτικου σπιτιού ήταν λιτός, λιγοστός και πολύτιμος. Δεν είχε σκοπό να νικήσει το σκοτάδι αλλά να συνεχίσει τη ζωή μετά τη δύση του ήλιου. Τα βασικά μέσα φωτισμού ήταν το κερί και τα λυχνάρια, καθένα φορτωμένο με τη δική του ιστορία και χρήση.
Κερί και λυχνάρια: το πρώτο φως της νύχτας
Το κερί αποτελούσε την πιο απλή και άμεση μορφή φωτισμού, μα δεν ήταν πάντα διαθέσιμο. Γι’ αυτό κυρίαρχο ρόλο είχε το λυχνάρι που χωριζόταν σε διάφορους τύπους. Το λαδολύχναρο ή καντηλέρι λεγόταν το πολύφωτο λαδολύχναρο, ήταν γνωστό αλλά όχι ιδιαίτερα διαδεδομένο στα ορεινά χωριά της Ευρυτανίας αφού το λάδι αποτελούσε είδος πολυτελείας· όπου όμως υπήρχε λαδολύχναρο έκαιγαν χοιρινό λίπος, προσαρμόζοντας τις ανάγκες τους στα μέσα που διέθεταν. Παράλληλα υπήρχε το καντήλι, ο μικρός λύχνος λαδιού που έδινε ένα ήσυχο, χαμηλό φως και συνδεόταν συχνά με τον χώρο της προσευχής.
Ο λύχνος πετρελαίου και η μυρωδιά της μάθησης
Με τον καιρό, ο λύχνος πετρελαίου — συχνά κρεμαστός — έγινε το πιο διαδεδομένο μέσο φωτισμού. Το φως του ήταν πιο σταθερό, μα άφηνε πίσω του τη χαρακτηριστική μυρωδιά του πετρελαίου και την καπνιά. Τα γράμματα που μάθαιναν τα παιδιά της Ευρυτανίας μύριζαν πετρέλαιο· οι σελίδες των τετραδίων τους είχαν πάνω τους τη σκιά του λύχνου και οι τοίχοι κρατούσαν το σημάδι της φωτιάς του. Κάτω από αυτό το φως γίνονταν και τα κεντήματα. Τα μάτια κουράζονταν, η όραση δεν βοηθούσε, κι όμως τα χέρια συνέχιζαν. Το λιγοστό φως απαιτούσε υπομονή και επιμονή.
Ο λύχνος και ο λυχνοστάτης
Πέρα από τον απλό κρεμαστό λύχνο, υπήρχε και ο μεγάλος λύχνος πετρελαίου που στεκόταν πάνω σε λυχνοστάτη. Ο λυχνοστάτης ήταν ένα όρθιο ξύλο, στερεωμένο σε ξύλινη βάση, με καρφιά επάνω του, όπου κρεμούσαν τον λύχνο για να φωτίζει τον χώρο. Στην πιο απλή του μορφή, ο λυχνοστάτης δεν ήταν τίποτε άλλο από λίγα καρφιά καρφωμένα στο τζακόξυλο, μέσα και έξω από το σπίτι. Τα καρφιά έξω τα χρησιμοποιούσαν όταν ήθελαν περισσότερο φως, ενώ τα καρφιά μέσα τα προτιμούσαν για να αποφεύγουν τη βρώμα και την καπνιά που άφηνε το πετρέλαιο
Οι λάμπες και το άλμα στο περισσότερο φως
Μεγάλη αλλαγή έφερε η λάμπα πετρελαίου που έδωσε περισσότερο και καθαρότερο φως. Χάρη σε αυτήν άλλαξε η δραστηριότητα του σπιτιού το βράδυ. Στα μαγαζιά χρησιμοποιούνταν η λάμπα ασετιλίνης, ενώ το λουξ — λάμπα με πολύ ισχυρό φωτισμό — αποτέλεσε το βασικό μέσο φωτισμού των καταστημάτων. Στα σπίτια εμφανιζόταν σπάνια και μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις, όταν κάποιος ήθελε να φωτίσει καλύτερα ένα σημαντικό γλέντι ή μια ξεχωριστή συγκέντρωση.
Το φως ως μνήμη και εμπειρία
Το φως στο μυρικιώτικο σπίτι δεν ήταν δεδομένο. Ήταν αποτέλεσμα κόπου, οικονομίας και ευρηματικότητας. Κάθε μορφή φωτισμού αφηγείται και μια εποχή, μια ανάγκη και έναν τρόπο ζωής.
- Εξωτερικός φωτισμός
Ο εξωτερικός φωτισμός στο μυρικιώτικο σπίτι ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος. Με τη δύση του ήλιου το σκοτάδι απλωνόταν απόλυτο και η ζωή σταματούσε. Οι αυλές, τα σοκάκια και οι δρόμοι βυθίζονταν στο σκοτάδι γι’ αυτό και όλες οι δουλειές και οι μετακινήσεις γίνονταν όσο υπήρχε ακόμη φως ημέρας.
Όταν υπήρχε ανάγκη για νυχτερινή μετακίνηση, χρησιμοποιούνταν πρόχειρα μέσα φωτισμού. Το λαδοφάναρο, γνωστό και ως κλεφτοφάναρο, ένα μικρό φανάρι με κερί ή λάδι, έδινε ελάχιστο φως και δυσκόλευε το περπάτημα. Αργότερα εμφανίστηκε ο φακός με μπαταρία, αυτός με την ηλεκτρική πλάκα που δεν τον είχαν όλοι αλλά αποτέλεσε σημαντική διευκόλυνση για όσα νοικοκυριά τον διέθεταν. Με αυτά τα λιγοστά μέσα, οι Μυρικιώτες κινούνταν τη νύχτα, επιβεβαιώνοντας πως στο χωριό η ζωή ήταν δεμένη με το φως του ήλιου.
- Η Θέρμανση
Το τζάκι. Η καρδιά του σπιτιού
Στα παλιότερα χρόνια, η ζεστασιά στο μυρικιώτικο σπίτι είχε μία και μόνη εστία, το τζάκι. Χτισμένο στο κεντρικό δωμάτιο, αποτελούσε την καρδιά του σπιτιού. Εκεί μαζευόταν η οικογένεια από το πρωί ως τη νύχτα· εκεί μαγείρευαν, ζεσταίνονταν τα κορμιά, γίνονταν οι δουλειές και τα νυχτέρια. Για δεκαετίες ολόκληρες, η φωτιά του τζακιού ήταν η μοναδική πηγή θέρμανσης και το σημείο γύρω από το οποίο οργανωνόταν η καθημερινή ζωή.
Η σόμπα. Το πρώτο βήμα αλλαγής
Με το πέρασμα του χρόνου και καθώς οι συνθήκες άρχισαν να μεταβάλλονται, στα σπίτια εμφανίστηκαν οι σόμπες. Η παρουσία τους σηματοδότησε ένα πρώτο βήμα προόδου. Η σόμπα πρόσφερε πιο σταθερή και αποτελεσματική θέρμανση, όμως ο ρόλος της ήταν περιορισμένος: ζέσταινε τον χώρο, χωρίς να αντικαθιστά το τζάκι ως τόπο μαγειρέματος. Ήταν μια νέα λύση απέναντι στο κρύο, ενώ το τζάκι εξακολουθούσε να υπάρχει και να λειτουργεί.
Η στόφα. Πολλαπλή χρήση και εξέλιξη
Στα νεότερα χρόνια έκανε την εμφάνισή της η στόφα, φέρνοντας μια ακόμη αλλαγή στην καθημερινότητα. Η στόφα δεν πρόσφερε μόνο θέρμανση αλλά έδινε και τη δυνατότητα για μαγείρεμα και ψήσιμο, επαναφέροντας τη φωτιά σε πολλαπλό ρόλο. Έτσι, από το τζάκι στη σόμπα και έπειτα στη στόφα, η θέρμανση στο μυρικιώτικο σπίτι αποτυπώνει καθαρά μια πορεία εξέλιξης, δεμένη με τις ανάγκες και τις δυνατότητες κάθε εποχής.