Η γυναίκα της Μυρίκης
Στα ορεινά χωριά, όπως η Μυρίκη, η γυναίκα υπήρξε για χρόνια η σιωπηλή δύναμη του τόπου.
Ξυπνούσε νωρίς, πριν φανεί ο ήλιος. Έκανε τον σταυρό της, την προσευχή της και έτσι ξεκινούσε η μέρα της. Ήξερε πως θα ήταν δύσκολη, μα πίστευε πως με τη βοήθεια του Θεού θα τα κατάφερνε.
Έψηνε τον καφέ της στη χόβολη, τακτοποιούσε τα ζώα της και ξεκινούσε για το μεροκάματο. Δούλευε στα χωράφια, έφερνε ξύλα, τάιζε τα ζώα, κουβαλούσε νερό. Ό,τι έκανε ο άντρας, το έκανε κι εκείνη – κι ακόμα περισσότερα. Γιατί, εκτός από τις δουλειές του χωραφιού, είχε αναλάβει και το σπίτι, τα παιδιά, τη φροντίδα των ηλικιωμένων και κάθε ανάγκη της οικογένειας.
Όλη η ευθύνη του σπιτιού, των παιδιών και των ηλικιωμένων περνούσε από τα χέρια της. Αν ο άντρας έφευγε για τα ξένα, να βρει δουλειά, εκείνη έμενε πίσω — να κρατά το σπίτι όρθιο. Δεν είχε χρόνο για ξεκούραση, ούτε για τον εαυτό της. Η διασκέδαση ήταν πολυτέλεια, σχεδόν άγνωστη λέξη. Για εκείνη, χαρά σήμαινε να βλέπει το παιδί της να μεγαλώνει, το χωράφι της να της προσφέρει τα απαραίτητα και τα ζώα της να στέκονται γερά, για να μπορεί η οικογένεια να καλύπτει τις ανάγκες της.
Αν τύχαινε να χηρέψει, η ζωή της γινόταν ακόμα πιο βαριά. Δεύτερη ευκαιρία για αυτήν δεν υπήρχε. Το μαύρο ρούχο που φορούσε δεν ήταν μόνο πένθος· ήταν καταδίκη. Δεν μπορούσε να το βγάλει από πάνω της· το φορούσε πάντα, για να φαίνεται αξιοπρεπής, για να θεωρείται ότι τηρεί τις κοινωνικές επιταγές, για να γίνει αποδεκτή. Κάθε μέρα ήταν ένας ατελείωτος αγώνας. Ξεκινούσε για τα ξένα μεροκάματα κι όταν επέστρεφε κουρασμένη, δεν υπήρχε ανάπαυλα. Έπρεπε να φροντίσει το σπίτι, τα παιδιά, τα ζώα, τις αυλές, τον κήπο φορώντας πάντα το μαύρο της ρούχο. Έτσι την ήξερε ο κόσμος, έτσι τη θυμόταν.
Σε μια εποχή που το φύλο καθόριζε τη θέση του ανθρώπου, η γυναίκα της Μυρίκης στεκόταν αγέρωχη, χωρίς να ζητά αναγνώριση. Μέσα στη σκληρή καθημερινότητα, η γυναίκα της Μυρίκης έδειχνε κάθε μέρα τι σημαίνει δύναμη.