Η μάχη του Κεφαλόβρυσου και οι ορεινές κοινότητες της Ευρυτανίας
Κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι ορεινές περιοχές της Ευρυτανίας και του Καρπενησίου αποτέλεσαν χώρο αντίστασης και πεδίο συγκρούσεων με τις οθωμανικές δυνάμεις. Μάλιστα στο βιβλίο του ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρεται στις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στα γειτονικά χωριά, στην Καλλιθέα (Μπιάρα) και στον Άγιο Ανδρέα.
Η Ευρυτανία, ήδη πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, αποτέλεσε χώρο δράσης σημαντικών μορφών του Αγώνα στη Στερεά Ελλάδα. Στα ορεινά περάσματα και στα χωριά της περιοχής, έδρασαν κατά διαστήματα ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, αρχιστράτηγος της Ρούμελης, καθώς και ο Κατσαντώνης, εμβληματική μορφή της προεπαναστατικής αντίστασης και αρματολός των Αγράφων, του οποίου η δράση και το μαρτύριο σημάδεψαν βαθιά την τοπική μνήμη και παράδοση.
Τον Αύγουστο του 1823, ο Μάρκος Μπότσαρης και οι ελληνικές δυνάμεις επιχείρησαν να ανακόψουν την προέλαση του Μουσταή Πασά, ο οποίος σχεδίαζε να κινηθεί προς το Μεσολόγγι, επιδιώκοντας τον έλεγχο των ορεινών διαβάσεων της Στερεάς Ελλάδας. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στο Κεφαλόβρυσο κοντά στο Καρπενήσι και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια του Αγώνα στη Ρούμελη.
Η μάχη σημαδεύτηκε από τον ηρωικό θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στις ελληνικές δυνάμεις. Παρά την αρχική προσπάθεια αιφνιδιασμού, οι Έλληνες αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν, οδηγούμενοι σε στρατιωτική ήττα. Ωστόσο, η έκβαση της μάχης δεν επέτρεψε στον Μουσταή Πασά να εδραιώσει πλήρως τον έλεγχό του στην περιοχή.
Οι συνέπειες για τα ορεινά χωριά της Ευρυτανίας υπήρξαν άμεσες και σκληρές. Κοινότητες που θεωρήθηκαν ότι είχαν στηρίξει τον Αγώνα υπέστησαν λεηλασίες και πυρπολήσεις, ενώ οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν προσωρινά τις εστίες τους και να καταφύγουν στα βουνά. Η καθημερινή ζωή διακόπηκε, οι καλλιέργειες καταστράφηκαν και η επιβίωση εξαρτήθηκε από τη συνοχή, την αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση των τοπικών πληθυσμών.
Παρά την ήττα στο Κεφαλόβρυσο, η ελληνική αντίσταση στην περιοχή δεν έσβησε. Οι οπλαρχηγοί της Ευρυτανίας και του Καρπενησίου συνέχισαν τη δράση τους με μικρές επιθέσεις και αντιπερισπασμούς, περιορίζοντας τις κινήσεις των οθωμανικών στρατευμάτων. Η μάχη και η απώλεια του Μάρκου Μπότσαρη μετατράπηκαν σε διαχρονικό σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας, ενισχύοντας το φρόνημα των κατοίκων και αναδεικνύοντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.
Η Μυρίκη στην Επανάσταση του 1821
Η Μυρίκη υπήρξε ένα από τα ορεινά χωριά της Ευρυτανίας που βίωσαν άμεσα τις συνέπειες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το χωριό αριθμούσε περίπου 60–70 οικογένειες, οι οποίες ζούσαν κυρίως από την καλλιέργεια της γης, την κτηνοτροφία και τα εμβάσματα των ξενιτεμένων, ιδιαίτερα από την Κωνσταντινούπολη και τη Βλαχία.
Τον Αύγουστο του 1823, μετά τη μάχη του Κεφαλόβρυσου στο Καρπενήσι και τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, ο Μουσταή Πασάς συνέχισε την εκστρατεία του στη Δυτική Στερεά Ελλάδα με στόχο την προέλαση προς το Μεσολόγγι. Στο πλαίσιο των αντιποίνων και της προσπάθειας ελέγχου των ορεινών περασμάτων, οθωμανικά στρατεύματα κινήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Ευρυτανίας.
Σύμφωνα με τοπικές διηγήσεις και προφορικές μαρτυρίες των παλαιοτέρων, πολλές κοινότητες, ανάμεσά τους η Μυρίκη και τα γύρω χωριά του Καρπενησίου, υπέστησαν λεηλασίες και αναγκάστηκαν οι κάτοικοι να καταφύγουν προσωρινά στα βουνά για να αποφύγουν τη βία και τις καταστροφές. Μετά την αποχώρηση των οθωμανικών δυνάμεων, λίγοι κάτοικοι επέστρεψαν και άρχισαν σταδιακά να αποκαθιστούν τον οικισμό τους.
Η ιστορία της Μυρίκης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των δοκιμασιών που υπέστησαν τα ορεινά χωριά της Ευρυτανίας μετά τη μάχη του Κεφαλόβρυσου αλλά και της επιμονής των κατοίκων να διατηρήσουν τον τόπο τους ζωντανό και να συνεχίσουν, με κάθε τρόπο, τη στήριξη του Αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Μυρικιώτες ήρωες της Επανάστασης
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, αρκετοί κάτοικοι της Μυρίκης εντάχθηκαν ενεργά στα επαναστατικά σώματα της Ρούμελης και συμμετείχαν στους αγώνες της ανεξαρτησίας. Ανάμεσα στους γνωστούς αγωνιστές συγκαταλέγονται:
- Γεώργιος Τσώνης (γενν. 1805): Συμμετείχε στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Σύμφωνα με τοπικές διηγήσεις, πολέμησε ενεργά σε σειρά μαχών και επέστρεψε στο χωριό του μετά το πέρας των επιχειρήσεων.
- Αθανάσιος Αλαβάντας (γενν. 1785): Συμμετείχε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και συγκρούσεις στην πολιορκία του Καρπενησίου, στα Καγγέλια κατά του Τόλια Χατζή Μπέτσου, στην Υπάτη κατά του Δράμαλη, στην Μπιάρα (Καλλιθέα) , στον Άγιο Νικόλαο Καρπενησίου, καθώς και σε άλλες πολεμικές επιχειρήσεις της Ρούμελης. Απεβίωσε το 1825, στο χωριό Άγιος Ανδρέας. Η γυναίκα του Αγόρω, μαζί με τα πέντε παιδιά τους —τρεις γιους και δύο κόρες— υπέβαλε αίτηση το 1846, προσκομίζοντας πιστοποιητικό του Γιαννάκη Γιολδάση, ημερομηνίας 7 Νοεμβρίου 1846. Στο έγγραφο αναφέρονταν τα προτερήματα και οι ηρωικές πράξεις του αποθανόντος άνδρα της, ζητώντας την αναγνώριση των υπηρεσιών του στον Αγώνα. Η αρμόδια Επιτροπή τον κατέταξε στη Γ’ τάξη των στρατιωτικών, με Α.π.Μ 14676, αναγνωρίζοντας έτσι επίσημα την προσφορά του στην πατρίδα.
Οι απόγονοι του Γιώργου Αλαβάντα είναι γνωστοί σήμερα με το επώνυμο Καστάνης, το οποίο υιοθετήθηκε σε μεταγενέστερη περίοδο. Σύμφωνα με την τοπική προφορική παράδοση, φημολογείται ότι υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, χωρίς ωστόσο να έχουν έως σήμερα εντοπιστεί τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν αρχειακά την ένταξή του. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι υπάρχοντες κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας δεν είναι πλήρεις· πολλά ονόματα πιθανών μελών δεν περιλαμβάνονται στα σωζόμενα αρχεία, γεγονός που καθιστά δύσκολη την τελική επιβεβαίωση.
- Ευστάθιος Παπαγεωργίου ή Σακκάς (γενν. 1801): Έλαβε μέρος στον Επαναστατικό Αγώνα υπό τους οπλαρχηγούς Νικόλαο και Ζαχαρία Γιολδάση. Πολέμησε στο Καρπενήσι, στο Κεφαλόβρυσο, στην Καλιακούδα, έξω από το Μεσολόγγι, στο Νεόκαστρο και στην Αράχοβα, ακολουθώντας τα σώματα των Γιολδασαίων και συμμετέχοντας σε κρίσιμες συγκρούσεις της Ρούμελης. Η δράση του τεκμηριώνεται από πιστοποιητικό της 15ης Δεκεμβρίου 1841, υπογεγραμμένο από τους Νικόλαο και Ζαχαρία Γιολδάση, το οποίο φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
- Κώστας Πλατιάς (γενν. 1800): Έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1821 υπό τους Νικόλαο και Ζαχαρία Γιολδάση, καθώς και υπό τον Γεώργιος Καραϊσκάκη. Συμμετείχε στις μάχες του Καρπενησίου, του Κεφαλόβρυσου, της Καλιακούδας, του Μεσολογγίου, του Νεοκάστρου και της Αράχοβας. Η παρουσία του σε τόσα μέτωπα καταδεικνύει τη διαρκή και ενεργό του συμμετοχή στον Αγώνα, όπως πιστοποιείται σε έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1841, επίσης κατατεθειμένο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
- Κωνσταντίνος Τσορβαντσής (γενν. 1801): Πολέμησε υπό τους Γιολδασαίους και άλλους οπλαρχηγούς σε σειρά μαχών: στο Καρπενήσι, στη Μπιάρα, στο Κεφαλόβρυσο, στο Αιτωλικό, στην Καλιακούδα και έξω από το Μεσολόγγι. Υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη έλαβε μέρος στο Νεόκαστρο, ενώ υπό τον Γ. Ι. Γιολδάση πολέμησε στην Αράχοβα και σε άλλα μέρη της Στερεάς Ελλάδας. Και για αυτόν σώζεται πιστοποιητικό της 30ής Νοεμβρίου 1841 στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
- Γεώργιος Χεινόπωρος (γενν. 1800): Έλαβε μέρος στην Επανάσταση του 1821 και πολέμησε υπό τους οπλαρχηγούς Γιαννάκη και Γεώργιο Γιολδάση, συμμετέχοντας σε σειρά μαχών στο Καρπενήσι, την Μπιάρα, το Μεγάλο Χωριό, το Πατρατζίκι και το Νεόκαστρο. Υπό τον Κ. Βελή έλαβε μέρος στη Ρεντίνα, υπό τους Γιαννάκη και Γεώργιο Γιολδάση στην Καλιακούδα, υπό τον Γ. Καραϊσκάκη και τους Γιολδασαίους στο Πετροχώρι, υπό τον Κ. Μπότσαρη και τους Γιολδασαίους στο Μεσολόγγι, υπό τον Γ. Καραϊσκάκη πάλι στην Αράχοβα και την Αθήνα, καθώς και υπό τους Γιαν. Στράτο και Γεωργ. Γιολδάση στο Τέρνοβο, τα Κράβαρα και τα Καγγέλια.
(Πιστοποιητικό. της 25/5/1865 υπό Γ.Κ. Βελή, Γιαν. Γιολδάση — Εθνική Βιβλιοθήκη Ιστορικό αρχείο αγωνιστών 1821)
Η Μυρίκη, εξαμηνιαία εφημερίδα – Όργανο του Εξωραϊστικού-Αλληλοβοηθητικού Συλλόγου «Ο Άγιος Γεώργιος Μυρίκης Ευρυτανίας», τεύχ. 60, 2024.