Η φούστα

Πάνω από το πουκάμισο ολοκληρωνόταν η γυναικεία φορεσιά με τη φούστα και το γιλέκο, ενδύματα που προσέδιδαν στο σύνολο τόσο όγκο όσο και επισημότητα. Η φούστα κατασκευαζόταν από απολυτό ύφασμα, συνήθως σε γαλαζόμαυρες ή μαύρες αποχρώσεις και το μήκος της έφτανε κάτω από τη γάμπα, ακολουθώντας τη σεμνότητα και την αισθητική της εποχής. Τη ραφή της αναλάμβαναν οι ίδιες οι γυναίκες που η καθεμιά την κεντούσε με τον μοναδικό δικό της τρόπο.  

Ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στη διακόσμηση του ποδόγυρου. Εκεί, η φούστα ήταν ολοκέντητη με βαμβακερές κλωστές, σχηματίζοντας λευκές συγκρατητικές γραμμές, μικρές και μεγάλες σταυροβελονιές ή σε ορισμένες περιπτώσεις, τρέσες του εμπορίου με ανάγλυφα μοτίβα. Το τελείωμα ολοκληρωνόταν με πλεκτή, δαντελωτή μπορντούρα, σε εναλλασσόμενες αποχρώσεις του γαλάζιου, του κόκκινου και του μαύρου που έδινε ζωντάνια και ρυθμό στο ένδυμα.

Η κατασκευή της φούστας ήταν μια διαδικασία χρονοβόρα και απαιτητική. Αρχικά, το φαρδύ ύφασμα σουρωνόταν και ραβόταν και στη συνέχεια ακολουθούσε το πλισάρισμα. Για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, η ραμμένη φούστα τοποθετούνταν στο νερό για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο. Έπειτα όσο ήταν ακόμη μουσκεμένη, διπλωνόταν προσεκτικά σε λεπτές πιέτες περίπου ενός εκατοστού, με εξαίρεση το μπροστινό μέρος της κοιλιάς, το οποίο καλυπτόταν από την ποδιά.

Για τη σταθεροποίηση των πιετών, η φούστα πιεζόταν με μια ξύλινη σανίδα, πάνω στην οποία τοποθετούνταν βαριά αντικείμενα. Παρέμενε έτσι για περίπου δεκαπέντε ημέρες, χρόνος απαραίτητος ώστε οι πιέτες να «δέσουν» και το ένδυμα να αποκτήσει τη χαρακτηριστική του μορφή. Προκειμένου να είναι πρακτική στη χρήση, η φούστα διέθετε άνοιγμα στο μπροστινό μέρος, το οποίο έκλεινε με κόπιτσες. Επιπλέον, στη δεξιά πλευρά, στο ύψος όπου έφτανε το χέρι, υπήρχε μια μικρή εσωτερική τσέπη, ειδικά διαμορφωμένη για να φυλάσσεται το λευκό μαντηλάκι.